Τρίτη 17 Μαΐου 2016

"Θαλασσινό, σκληρό τοπίο", ένα σχόλιο στην ποιητική συλλογή της Λίνας Ρόκου


γράφει η Διώνη Δημητριάδου*




«Κάτι να μείνει»
από τις «μικρές εκδόσεις»


«Μια βαλίτσα θάλασσα
την πας, τη φέρνεις
Χριστούγεννα, Πάσχα, διακοπές
Στα βάθη της καταποντισμένα τα βαρίδια σου
Τα συλλαμβάνουν  οι ανιχνευτές μετάλλων
και το δικό τους τίποτε
το πληρώνεις χρυσάφι»

Η θάλασσα, από όλες τις μορφές που μπορεί να πάρει το υγρό στοιχείο, αποτελεί προσφιλέστερο θέμα σε πολλές καλλιτεχνικές δημιουργίες, εικαστικές και λογοτεχνικές. Δεν μας ξαφνιάζει επομένως η επιλογή της ποιήτριας Λίνας Ρόκου να ‘εικονογραφήσει’ τους στίχους της με την πληθωρική παρουσία της θάλασσας. Μόνο που εδώ θα πρέπει να σταθούμε λίγο παραπάνω και να προσέξουμε τον τρόπο που στιχουργεί πάνω σ’ αυτό το υγρό θαλασσινό τοπίο.
Αυτή η θάλασσα άλλοτε είναι ο καμβάς που πάνω του απλώνονται οι λέξεις, δηλωτικές μιας απομόνωσης ηθελημένης:
«Το βράδυ στρώνει μια θάλασσα μοναξιά[…]»

άλλοτε έχει τη μορφή μιας δύναμης που αναζωογονεί με την ορμή της την πτοημένη συνείδηση:
«[…]να πιω νερό
απ’ τις ζωοδότρες της ανοιχτής θάλασσας
αστείρευτες πηγές»

και άλλοτε μεταμορφώνεται σε ένα υδάτινο ετερώνυμο της ίδιας της ποιήτριας:
«Πόσα κατάσαρκα
καρφιά θα βάλεις πια
να με στεριώσεις;
Δεν το ‘ξερες πως είμαι θάλασσα;»

Μέσα σ’ αυτό το υγρό πλαίσιο πώς διασώζονται οι λέξεις; Γιατί όσο ζωοδότρα κι αν είναι η θάλασσα αυτών των ποιημάτων, δεν παύει να είναι όριο, σύνορο, δηλωτικό συχνά ενός αποχωρισμού, ή απωθημένη προβολή ενός ματαιωμένου ταξιδιού. Όλα αυτά τα συναντάμε σε τούτα τα ποιήματα. Νομίζω πως η διάσωση έρχεται με μια γραφή αυθόρμητη, που ξαφνιάζει με την ευστοχία της στην περιγραφή των αισθημάτων. Με συγκρατημένο λυρισμό και εξαιρετική εικονοπλασία. Ολιγόστιχα ποιήματα, όπως πιστεύω αρμόζει στον κατασταλαγμένο, βιωματικό λόγο. Με τον ακροτελεύτιο στίχο άλλοτε να αιφνιδιάζει με τη συμπύκνωση του νοήματος και άλλοτε να παροτρύνει σε νέα σκέψη:
«Κι όταν το πρωί
ξυπνήσεις από ένα ελαφρύ τρόμαγμα
θα είναι γιατί η νύχτα σπάνια μένει άνεργη»


Η εικονοπλασία που χαρακτηρίζει την ποίηση της Λίνας Ρόκου φτάνει σε κάποια ποιήματα να καταστήσει σχεδόν συμπληρωματική τη λεκτική παρέμβαση, όπως εδώ που το σχόλιο για την ανθρώπινη μοίρα μοιάζει απλώς να υπομνηματίζει την εύγλωττη εικόνα:

«Βουβά μες σε μια στοίβα κούτσουρα
που άπληστος ήλος τα στεγνώνει
αλλάζει το ρούχο του το φίδι
Βουβά πάνω απ’ τα κούτσουρα θα τιναχτεί
να σε δαγκώσει
Αλίμονο αν νομίζεις ότι φταίνε τα κούτσουρα
ή αν νομίζεις ότι φταίει το φίδι
Η φύση είναι ανηλεής
αλλά εσύ δεν είσαι μόνο φύση»

Ένας κόσμος όπου η βιωματική μνήμη συναντά τον λιτό στίχο, γιατί είναι σοφή η επιλογή της ποιήτριας να αφήνει τον σχολιασμό στον αναγνώστη. Θα λέγαμε πως έτσι η ποίηση αποβαίνει περισσότερο δημιουργική, καθώς αποζητά τον ενεργό ρόλο του κοινωνού της. Και ο ρόλος του ποιητή; Ας πούμε πως χτίζει ένα γεφύρι ακόμη και πάνω από ορμητικά νερά με τον κίνδυνο να κατακρημνιστεί, συχνά για να κοιμηθεί κάτω απ’ αυτό μέσα στο σκοτάδι, και φτάνει να μονολογεί:
«Το γεφύρι για τον παράδεισο
δεν το έφτιαξα με θεμέλια
δεν έσφαξα κόκορα[…]»
Αυτή η επικοινωνία ανάμεσα στον δημιουργό και τον αποδέκτη της ποιητικής δημιουργίας επιτυγχάνεται και με την αμεσότητα της πρόσληψης κάποιων στίχων στους οποίους υποκρύπτεται η προσωπική συγκίνηση της ποιήτριας, όπως σ’ αυτούς που η εικόνα μεταφέρει αυτούσια τη διάσταση του τότε από το τώρα:
«[…] Ανάμεσα στο τότε και στο τώρα
ένα σμήνος από νέα παιδιά, πηγαίνοντας για το σχολείο,
θα περάσουν το πρωί μπροστά από το σπίτι
Όλα θα έχουν μαζευτεί στην αιώνια ακινησία
Οι γυναίκες, τα σκουπίδια, ο παππούς, οι πέτρες
Μέχρι το βράδυ που θα ξαναβγεί ο παππούς
να τραγουδήσει στην αυλή το “σ’ αγαπώ γιατί είσαι ωραία”
κοιτώντας άλλη μια φορά τα άψυχα ντουβάρια»

Στο εξώφυλλο της καλαίσθητης έκδοσης των «μικρών εκδόσεων» μια ασπρόμαυρη φωτογραφία του Ηλία Μπέη, σε ρόλο «εισόδου» στις ποιητικές σελίδες της Λίνας Ρόκου. Αν και το υγρό τοπίο κυριαρχεί στους στίχους της, δεν θα ταίριαζε καμιά θαλασσινή σκηνή στη θέση αυτής της απολύτως πέτρινης και σκληρής εκδοχής. Γιατί ακόμη κι αυτή η θάλασσα
«[…]είναι ενίοτε ένα απειλητικό θηρίο»

Διώνη Δημητριάδου


Η Διώνη Δημητριάδου γεννήθηκε στη Θεσσαλονίκη αλλά κατοικεί στην Αθήνα. Σπούδασε ιστορία και αρχαιολογία και δίδαξε σε δημόσια λύκεια. Ασχολείται με τη συγγραφή και με την κριτική λογοτεχνίας. Βιβλία της κυκλοφορούν από τις εκδόσεις «Νοών». Συμμετείχε σε συλλογικές εκδόσεις (εκδόσεις Σιδέρης, Μικρές εκδόσεις, Διάνυσμα). Έχει στο διαδίκτυο το προσωπικό ιστολόγιο «Με ανοιχτά βιβλία»

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου