Τρίτη 19 Απριλίου 2016

Βιβλιοπαρουσίαση: "ΤΟ ΚΟΚΚΙΝΟ ΤΗΣ ΦΩΤΙΑΣ" της ΑΛΕΞΑΝΔΡΑΣ ΔΕΛΗΓΙΩΡΓΗ


                   Συγγραφέας: ΔΕΛΗΓΙΩΡΓΗ ΑΛΕΞΑΝΔΡΑ 



                                     Εκδότης: ΓΑΒΡΙΗΛΙΔΗΣ







γράφει η Νότα Χρυσίνα



Η Αλεξάνδρα Δεληγιώργη συνέγραψε ένα μικρό εγχειρίδιο λογοτεχνίας ονομάζοντάς το «ΤΟ ΚΟΚΚΙΝΟ ΤΗΣ ΦΩΤΙΑΣ» παραπέμποντας στο βιβλίο του Ζορζ Μπατάιγ “Le bleu du ciel”. Το εξώφυλλο κοσμεί ένα δυνατό έργο του Πάουλ Κλέε με τίτλο “Villa R” .

H Δεληγιώργη δηλώνει στον πρόλογο πως ξεκίνησε να γράφει τις σκέψεις της για την τέχνη του πεζού λόγου καθώς «τα διαβάσματα μιας ζωής και η εμπειρία της συγγραφής “την πίεζαν να δει”  το κρυμμένο μυστικό τους» και το επιχείρησε χωρίς να είναι βέβαιη αν επιχειρούσε «με στοχαστική διάθεση, σε απόσταση ασφαλείας από τον ειδικό, πολιορκία ή έξοδο».

Ο πεζός λόγος, σύμφωνα με τη Δεληγιώργη, μάς βοηθά  να έχουμε μία εικόνα της δύναμης των πραγμάτων να μας καθορίζουν και να μας περιορίζουν αλλά και την εικόνα της δικής μας δύναμης να τα καθορίζουμε, καθώς λειτουργεί ως κάτοπτρο για να μας δείξει όσα μας κρύβουν.
Με σημείο αναφοράς τον Μιχαήλ Μπαχτίν η συγγραφέας καταθέτει την εμπειρία της πάνω στο πλήθος των αντιφάσεων, αμφισημιών, ψυχισμών αλλά και κοινωνικών γλωσσών που καλείται ο κάθε δημιουργός να ανασύρει στη συνείδηση και να πλέξει στο έργο του, προσδίδοντάς του βάθος.

Ένα βασικό πρόβλημα που θέτει η συγγραφέας αφορά τη σχέση του σύγχρονου συγγραφέα με τον χρόνο, ο οποίος, σήμερα, παρουσιάζεται στη λογοτεχνία σαν ένα «διεσταλμένο» παρόν, καθώς αυτό αναδύεται ξεκομμένο από το παρελθόν και το μέλλον, τα οποία θεωρούνται απλά προεκτάσεις του.

Το δεύτερο βασικό θέμα που τίθεται είναι η απομυθοποίηση της Ιστορίας και η συνακόλουθη αποθέωση της Τεχνικής.
Η απομυθοποίηση της Ιστορίας ήταν αποτέλεσμα της νέας αντίληψης του χρόνου, που κατάργησε την καταγωγική ρίζα αλλά και την προοπτική στο μέλλον. Με αυτόν τον τρόπο χάθηκε το βασικό πλεονέκτημα της συνείδησης: το αίσθημα της ιστορικότητας, με το οποίο μεταβιβαζόταν η βιωματική εμπειρία.
Η εστίαση στην Τεχνική μετέτρεψε το αισθητικό αντικείμενο σε αντικείμενο γλωσσολογικών και σημειολογικών αναλύσεων. Καθοριστικό ρόλο έπαιξαν οι θεωρίες της λογοτεχνίας, ο δομισμός, ο αποδομισμός, η θεωρία της πρόσληψης και της αναγνωστικής ανταπόκρισης, οι οποίες από το 1960 και μετά, εστίασαν σε μια αυστηρή γλωσσική προσέγγιση της γραφής. Εξοβελίζοντας τον συγγραφέα ή αναγγέλλοντας ακόμη και τον θάνατό του, ανήγαγαν τη λογοτεχνία σε γλώσσα, αποσιωπώντας τη σχέση της με τον πολιτισμό.

Στα κεφάλαια που ακολουθούν, η Δεληγιώργη αναλύει με επιχειρήματα τα βασικά προβλήματα που αντιμετωπίζει η λογοτεχνία της μεταμοντέρνας εποχής. Διατρέχοντας την Ιστορία της Λογοτεχνίας και ιδιαίτερα τον τρόπο αντίληψης και δημιουργίας των μεγάλων έργων, των λεγόμενων έργων του Λογοτεχνικού Κανόνα, κάνει μία σύντομη ανασκόπηση της Ιστορίας της Λογοτεχνίας έως σήμερα.  Παράλληλα αντικρούει τις σύγχρονες θεωρίες καταδεικνύοντας την ανάγκη δημιουργίας δομών ελευθερίας μέσα από την ικανότητα του συγγραφέα να προτείνει τον δικό του τρόπο θέασης της πραγματικότητας. Ο δημιουργός συγκρούεται με την δεδομένη πραγματικότητα ή με δεδομένες μορφές και  με εργαλείο την σύνθεση των αντιφατικών και αμφίσημων εμπειριών και συναισθημάτων  κατορθώνει να τους δώσει νόημα.
Η συγγραφέας γράφει χαρακτηριστικά: «ο συγγραφέας πολιορκεί το μηδέν ή το τίποτα, με τα οποία αναμετριέται με τα υλικά που διαθέτει: εικόνες, όνειρα, αισθήσεις, μνήμες, λέξεις, έννοιες, ιδέες, μεταφορές και κατορθώνει να εξυφάνει ex nihilo, το έργο δίνοντάς του, περιεχόμενο και μορφή».
Αναφέρεται, επίσης, σε πολλά λογοτεχνικά έργα που έγιναν παγκόσμια καθώς ανταποκρίνονται στις αισθητικές αξίες, οι οποίες αξιώνουν οικουμενικότητα με βάση την αρχή της ομοφωνίας δηλαδή το κοινό αίσθημα του ωραίου, του υψηλού, του αληθούς και του δίκαιου.

Η προσέγγιση της Δεληγιώργη γίνεται στο πλαίσιο μιας  ποιητικής που έχει την απαρχή της στην Ποιητική" του Αριστοτέλη, στο "Περί Ύψους" του Λογγίνου και  σε σύγχρονες  ποιητικές  που έχουν  την ίδια αφετηρία. Σε αυτό το πλαίσιο τίθενται  τα ζητήματα του λόγου, της  δομής,  της μορφής, του νοήματος, των αισθητικών κριτηρίων αξιολόγησης των έργων και  μια αισθητική αγωγή που επιτρέπει στον αναγνώστη να διακρίνει τα σπουδαία λογοτεχνικά έργα   μέσα  από το σωρό των λογοτεχνικών αναγνωσμάτων. Στο  ίδιο πλαίσιο τίθεται και το ζήτημα των σχέσεων  της  αυθεντικής με τη μη  αυθεντική λογοτεχνία, της πραγματικότητας με το κείμενο,  της ομορφιάς με το βάθος, του ιερού  με το βέβηλο, του  επαρχιωτισμού με τον   κοσμοπολιτισμό, της παγκόσμιας  με την ελληνική λογοτεχνία.

Βασικός αναδεικνύεται και ο ρόλος του κριτικού της λογοτεχνίας ο οποίος οφείλει να κρίνει έχοντας την ανάλογη παιδεία αλλά και ανιδιοτέλεια. Το άνοιγμα στην παγκόσμια λογοτεχνία, με τη  βοήθεια και των αμερόληπτων κριτικών της λογοτεχνίας, δίνει μία ανάσα και στην εθνική λογοτεχνία.
Στο επιμύθιο η Δεληγιώργη τονίζει τον άρρηκτο δεσμό της γλώσσας με τη σκέψη, ώστε να αναδείξει τη δύναμή της.


Τέλος, στο Παράρτημα, υπάρχουν έξοχες αναλύσεις λογοτεχνικών έργων που απασχόλησαν τη συγγραφέα και κάποιες φορές έδωσαν το έναυσμα για τη συγγραφή νέων έργων από την ίδια. Ενδεικτικά αναφέρω τον «Δον Κιχότη» του Θερβάντες πάνω στον οποίο βασίστηκε το βιβλίο της Δεληγιώργη «Γυναίκες ή σκοτεινή ύλη».




Η Αλεξάνδρα Δεληγιώργη γεννήθηκε στη Θεσσαλονίκη, όπου ζει. Σπούδασε φιλοσοφία στο Α.Π.Θ. και στη Σορβόννη και είναι καθηγήτρια στο Α.Π.Θ. Εκτός από μελέτες, δοκίμια και άρθρα, έχει εκδώσει μυθιστορήματα και συλλογές διηγημάτων. Το δοκίμιό της "Ά-νοστον ήμαρ" τιμήθηκε με το Κρατικό Βραβείο Δοκιμίου το 1998.




Τίτλοι στη βάση Βιβλιονέτ

(2016) Το κόκκινο της φωτιάς, Γαβριηλίδης
(2014) Ανέστιος, Άγρα
(2011) Τρυφερός σύντροφος, Άγρα
(2011) Φιλοσοφία των κοινωνικών επιστημών, Ζήτη
(2008) Καιρός, Αλεξάνδρεια
(2008) Μια δική σου ζωή, Μελάνι
(2007) Ανδρόγυς, Σύγχρονοι Ορίζοντες
(2007) Ο μοντερνισμός στη σύγχρονη φιλοσοφία, Αλεξάνδρεια
(2004) Γυναίκες ή σκοτεινή ύλη, Κέδρος
(2002) Σκέψη και προοπτική, Αλεξάνδρεια
(1997) Ά-νοστον ήμαρ, Άγρα
(1997) Σύγχρονοι προβληματισμοί για έναν καλύτερο κόσμο,
Πλέθρον
(1996) Ο μοντερνισμός στη σύγχρονη φιλοσοφία, Αλεξάνδρεια
(1993) Οι φωνές, Παρατηρητής
(1991) Ιστορίες μιας ελάχιστης εποχής, Βιβλιοπωλείον της Εστίας
(1991) Το τέλος του χρυσού φεγγαριού, Βιβλιοπωλείον της Εστίας
(1984) Ανδρόγυς, Κέδρος
Συμμετοχή σε συλλογικά έργα
(2014) 5 οικουμενικοί Έλληνες στοχαστές, Οι Εκδόσεις των
Συναδέλφων
(2013) Θεωρία, λογοτεχνία, Αριστερά, Ταξιδευτής
(2011) Ημερολόγιο 2012: Η δική μας Ελλάδα, Εκδοτικός Οίκος
 Α. Α. Λιβάνη
(2010) Καβάφεια 2007: Αφιέρωμα στον Κορνήλιο Καστοριάδη
 στοχαστή της αυτονομίας, Σύγχρονη Δελφική Αμφικτυονία
(2008) Ενδοσκεληδόν, Ζήτρος
(2008) Θεωρία, λογοτεχνία, Αριστερά, Το Πέρασμα
(2008) Καβάφεια 2006: Αφιέρωμα στον φιλόσοφο Κώστα 
Παπαϊωάννου, Σύγχρονη Δελφική Αμφικτυονία
(2006) Νικόλαος Κάλας, Μανδραγόρας [εισήγηση]
(2005) Επετηρίς του Κέντρου Ερεύνης της Ελληνικής Φιλοσοφίας: 
Φιλοσοφία, Ακαδημία Αθηνών

Σάββατο 16 Απριλίου 2016

Μια ανάγνωση στο «ΕΝΑ ΠΟΥΚΑΜΙΣΟ ΓΕΜΑΤΟ ΛΕΚΕΔΕΣ»


ΣΥΖΗΤΗΣΕΙΣ ΤΟΥ ΑΝΤΟΝΙΟ ΤΑΜΠΟΥΚΙ ΜΕ ΤΟΝ ΜΕΤΑΦΡΑΣΤΗ ΤΟΥ ΑΝΤΑΙΟ ΧΡΥΣΟΣΤΟΜΙΔΗ

Στο βιβλίο «ΕΝΑ ΠΟΥΚΑΜΙΣΟ ΓΕΜΑΤΟ ΛΕΚΕΔΕΣ»  ο Αντόνιο Ταμπούκι μίλησε για τα βιβλία του αλλά προτίμησα να σας γράψω για τον ίδιο τον συγγραφέα και τις απόψεις του για τη Λογοτεχνία γενικότερα όπως εκφράζονται μέσα από τη συζήτηση.
Ο Ταμπούκι, μέσα από τις σελίδες του βιβλίου,  ταξιδεύει στον χώρο και στον χρόνο με συνεπιβάτη τον μεταφραστή εφτά έργων του τον Ανταίο Χρυσοστομίδη. Οι δυο τους επισκέφτηκαν χώρες όπως η Πορτογαλία, η Ισπανία, η Ιταλία, η Ελλάδα αλλά και μίλησαν για χώρες που διέσχισαν με τον νου όπως η Αργεντινή που παρέμεινε μία χώρα όνειρο προορισμού.
 Διαβάζω στο οπισθόφυλλο του βιβλίου, εκδόσεις ΑΓΡΑ, ότι ο Ταμπούκι ξεκινά μια μακριά εξομολόγηση για τον εαυτό του και τα βιβλία που έχει γράψει.
Το ταξίδι στον χρόνο τον πάει πίσω στην παιδική του ηλικία όπου μικρός κοιτούσε τα άστρα γιατί ήθελε να γίνει αστρονόμος. Την ημέρα που γεννήθηκε, τον Σεπτέμβριο του 1943, τα παράθυρα του νοσοκομείου της Πίζας έγιναν θρύψαλα από τις βόμβες καθώς η πόλη βομβαρδιζόταν από τους Συμμάχους. Μεγάλωσε με τις ιστορίες των παππούδων του και άκουγε τα γεγονότα του πολέμου όπως τους θρύλους.
Το πρώτο του βιβλίο το «Πλατεία Ιταλίας» είναι ένα βιβλίο «μακριάς μνήμης που αντιτίθεται στην βραχεία μνήμη των Μ.Μ.Ε.» όπως παρατηρεί ο Ανταίος Χρυσοστομίδης.
Το πρώτο μάθημα λογοτεχνίας, για τις διαφορετικές οπτικές γωνίες, το πήρε από την γιαγιά του όταν ο μικρός Αντόνιο διάβασε το Ευαγγέλιο που είχε δωρίσει σε κάθε παιδί του Βεκιάνο, χωριό της Πίζας, ο παππάς της ενορίας. Ο μικρός είπε στην γιαγιά του: « Γιαγιά, είναι η ίδια ιστορία, κι όμως τη διηγούνται τέσσερις. Γιατί;» Εκείνη του απάντησε με μια αγροτική παροιμία: «Το κάθε κεφάλι, ένα διαφορετικό μυαλό».
Η ταινία του Φελλίνι «Ντόλτσε Βίτα» τού άλλαξε τη ζωή. Όταν την είδε, στην Φλωρεντία, «ο κόσμος του κατέρρευσε» όπως είπε χαρακτηριστικά στον Ανταίο Χρυσοστομίδη. Τότε ήταν που αποφάσισε να μην γραφτεί στο πανεπιστήμιο και να φύγει για την Γαλλία. Σε αυτήν την ταινία είχε δει την πραγματική πουριτανή Ιταλία της εποχής του και θέλησε να ελευθερωθεί. Ωστόσο, πήρε μαζί του την αγάπη του για τους Ιταλούς συγγραφείς Ίταλο Σβέβο, Γκάντα, Σάσα και Καλβίνο.
Μαθητής του φιλόσοφου Γιανκελεβίτς συνάντησε τυχαία την ποίηση του Πεσσόα μέσα από ένα βιβλιαράκι στα γαλλικά με τίτλο «Bureaude tabac». Η «γνωριμία» με τον Πεσσόα τον οδήγησε στην επόμενη καθοριστική απόφαση να σπουδάσει πορτογαλική φιλολογία. Μετά η ζωή του άλλαξε καθώς γνώρισε την Πορτογαλία, μια πολυπολιτισμική χώρα, έζησε εκεί αλλά και παντρεύτηκε, την Μαρία Ζοζέ, μια πορτογαλίδα.
Έγινε καθηγητής στο πανεπιστήμιο και δίδαξε πορτογαλική μυστικιστική ποίηση του 16ου αιώνα. Πολιτικά ανήκε στην αριστερά αλλά δεν του άρεσε να είναι «διδακτικός». Κατέγραψε τα γεγονότα της εποχής του. Η πολιτική στα διηγήματά του μπήκε ως μία ανθρώπινη διάσταση, ως ένα μέτρο της πραγματικότητας.
  Πίστευε πως το να είσαι συγγραφέας δεν αποτελεί επάγγελμα. Η Λογοτεχνία είπε στην εξομολόγησή του στον Ανταίο Χρυσοστομίδη «χρειάζεται δύο πράγματα. Το ένα είναι η έμπνευση, που αποτελεί δώρο θεών, το άλλο είναι να δουλεύεις ταπεινά σαν τον τεχνίτη, σα να κάνεις μία χειρωνακτική εργασία, όπως τόσες άλλες.
Ο Ταμπούκι έγραφε  για να μιλήσει για μια άλλη πραγματικότητα. Πίστευε πως η φαντασία είναι και αυτή μία μορφή πραγματικότητας. «Η ζωή ενός συγγραφέα δεν μετριέται με την εξωτερική αλλά με την εσωτερική του ζωή. Μετριέται με την ικανότητα να φαντάζεται, να δημιουργεί άλλες ζωές» είπε στον Ανταίο Χρυσοστομίδη.  
Στην ερώτηση «ποια  είναι η καλή λογοτεχνία» ο Αντόνιο Ταμπούκι απάντησε «ό,τι είναι αυθεντικό». «Η τέχνη είναι ένα παιχνίδι» πρόσθεσε. Ο Ταμπούκι δεν πίστευε στις θεωρητικές σχολές της λογοτεχνίας ούτε και στα λογοτεχνικά είδη. «Τα λογοτεχνικά είδη τα εφηύραν οι κριτικοί και όχι οι συγγραφείς. Τα λογοτεχνικά είδη δεν ταυτίζονται με τη λογοτεχνία είναι κατηγορίες που μπήκαν εκ των υστέρων» σημείωσε.
Ο Πεσσόα επηρέασε τον Ταμπούκι ωστόσο στο έργο του είπε πως «διασχίζει απλά την σκηνή, υπάρχει ως ατμόσφαιρα». «Ο Πεσσόα και ο Μπέκετ είναι όριο». Ο συγγραφέας εξήγησε πως «Ο ήρωας στον Πεσσόα μπαίνει στο παιχνίδι σαν υπαρκτό πρόσωπο, με τους ίδιους όρους. Εάν δεν γνωρίζεις ότι δεν είναι φυσικό πρόσωπο βλέπεις μια διαλεκτική σχέση με τον δημιουργό του, διότι πολλές φορές δημιουργός και δημιούργημα δεν συμφωνούν μεταξύ τους. Ο ριζοσπαστισμός της ποιητικής του Πεσσόα φτάνει στα άκρα. Το ίδιο συμβαίνει και με τον Μπέκετ. Εάν πας παραπέρα κάνεις μπεκετισμό». 
Τα πολλά πρόσωπα του Πεσσόα τον βοήθησαν να απαντήσει σε ένα καίριο δίλημμα: ή ζεις ή γράφεις. Με τα χρόνια συνειδητοποίησε πως ήταν ένα ψεύτικο δίλημμα. «Όταν γράφεις λογοτεχνία εφευρίσκεις διαρκώς τη ζωή, εφευρίσκεις χιλιάδες πρόσωπα, εφευρίσκεις την Ανθρώπινη Κωμωδία του Μπαλζάκ, εφευρίσκεις έναν άλλο κόσμο, αλλά η ζωή είναι μονίμως απούσα, κι εσύ δεν μπορείς να κάνεις τίποτα» εξομολογείται στον Ανταίο Χρυσοστομίδη. Αυτά τα λόγια τώρα που και οι δυο τους απουσιάζουν αποκτούν έναν τόνο συγκίνησης αλλά και ηχούν σαν ένα δελφικό ρητό που «μιλάει» την αλήθεια αλλά δεν έχει μία ερμηνεία.
Ο Αντόνιο Ταμπούκι και ο Ανταίος Χρυσοστομίδης μέσα από την συζήτησή τους μας έβαλαν να κρυφοκοιτάξουμε στο εργαστήρι του συγγραφέα και του μεταφραστή του. Μία σχέση που σφυρηλατήθηκε μέσα από την δική τους πραγματικότητα, την πραγματικότητα του κόσμου της λογοτεχνίας και που τους μέθυσε όπως το καλό κρασί που αγαπούσαν και οι δυο.
Το εξαίρετο αυτό βιβλίο μοιάζει με συνέντευξη ή ακόμη και με επιστολικό μυθιστόρημα, στο οποίο παρέλασαν πολλοί συγγραφείς και χώρες με τη μορφή αναφορών και αναμνήσεων. Ο ίδιος ο Ταμπούκι θα αντιδρούσε εάν διάβαζε το άρθρο αυτό και πιθανόν να έλεγε ότι τον κατηγοριοποιώ και δεν θα είχε άδικο.  Ωστόσο, η συζήτηση αυτή μου θύμισε τις ρομαντικές επιστολές του Γκαίτε στον φίλο του ή ακόμη τις συμβουλές του Ρίλκε σε έναν νέο ποιητή.
Κλείνοντας αυτό το άρθρο θέλω να σταθώ στο καλαίσθητο εξώφυλλο του βιβλίου «ΕΝΑ ΠΟΥΚΑΜΙΣΟ ΓΕΜΑΤΟ ΛΕΚΕΔΕΣ» που είναι της Χρύσας Ρωμανού, της οποίας ο Ανταίος Χρυσοστομίδης έγραψε την βιογραφία.
Θέλω επίσης να εκφράσω τον θαυμασμό και την εκτίμησή μου για τις εκδόσεις ΑΓΡΑ που έχουν επιλέξει να παρουσιάζουν μικρά σε μέγεθος καλαίσθητα βιβλία και να πω πως ήταν μια πολύ ευχάριστη έκπληξη  το γεγονός ότι τα φύλλα του βιβλίου ενώ ήταν άκοπα μπορούσα να τα κόψω με το δάχτυλό μου, χωρίς χαρτοκόπτη, και να απολαμβάνω το χρατς μέσα στον ηλεκτρικό που διάβασα το βιβλίο και πως ένιωθα σαν να μοιράζομαι ένα μυστικό ήχο, κάθε φορά που άλλαζα σελίδα, με τους συνεπιβάτες μου. Το βιβλίο διεκδικούσε την παρουσία του με τον ήχο και το βλέμμα μου κι εγώ κρατούσα μέσα εκεί στα χέρια μου δυο φίλους που με έβαζαν μέσα σε μια άλλη πραγματικότητα και μάλιστα μου είχαν δώσει και τον χάρτη ώστε να μην χαθώ…

Νότα Χρυσίνα

Πέμπτη 14 Απριλίου 2016

«Η αδερφή μου» αφήγημα του Σταύρου Ζουμπουλάκη

εκδόσεις Πόλις

«Η αδερφή μου, η αρρώστια της και η σχέση μου μαζί της καθόρισαν τον τρόπο που βλέπω τα πράγματα, που κρίνω, ιεραρχώ, αξιολογώ.»
Με τον απόλυτο χαρακτήρα του λόγου της και μέσα σε ελάχιστες λέξεις αυτή η διαπίστωση περικλείει τη βαρύτητα που προσδίδει μια αρρώστια και ένας θάνατος σε μία σχέση στενή, όπως η αδελφική. Ταυτόχρονα τοποθετεί ανάμεσα στα βασικά φιλοσοφικά ζητήματα και αυτό της αρρώστιας. Όπως στον «Μύθο του Σίσυφου» ο Αλμπέρ Καμύ έθιξε το ζήτημα της αυτοκτονίας -θεωρώντας πως απαντά στο ερώτημα αν αξίζει ή όχι η ζωή- έτσι εδώ ο Σταύρος Ζουμπουλάκης επιχειρεί να δομήσει την ανθρώπινη ύπαρξη πάνω στο γερό υπόστρωμα της επίδρασης που ασκεί η αρρώστια. Και σ’ αυτόν που νοσεί αλλά  και σ’ αυτόν που ψάχνει να δικαιολογήσει το ‘γιατί’ πίσω από τη φθορά του σώματος.
Έτσι, ενώ αυτό το αφήγημα γράφτηκε με αφορμή τον θάνατο της αδελφής του μετά από μακροχρόνια αρρώστια, δεν αποτελεί απλώς ένα χρονικό της πορείας προς το προδιαγεγραμμένο τέλος, αλλά κυρίως συνιστά ένα φιλοσοφικό δοκίμιο υπαρξιακού χαρακτήρα.
Η οδύνη ίσως είναι ο μόνος δρόμος που μπορεί να διανυθεί σε απόλυτη μοναξιά προκειμένου να προσεγγισθεί το απώτατο σημείο στο οποίο στοχεύει ο άνθρωπος. Και ίσως αυτό να είναι και το σημείο υπεροχής του απέναντι σε μια θεϊκή οντότητα που δεν εμπεριέχει την πιθανότητα της οδύνης. Ο απών Θεός, αυτός που εγκαταλείπει τον άνθρωπο μόνο, μέσα σε μια ανελέητη και αφόρητη επιδίωξη προσωπικής ελευθερίας, που έρχεται ως κέρδος της εγκατάλειψής του, αυτός ο Θεός αποκτά το φορτίο της αδικίας στα μάτια του ανθρώπου που βασανίζεται και αγνοεί το ‘γιατί’ της οδύνης του.
Ο αφηγητής βίωσε αυτό τον απόλυτο πόνο βλέποντας την αδελφή του να παλεύει με μια αρρώστια που τη βασάνιζε και την καθήλωνε στις περιόδους της κρίσης της. Κι ενώ η ίδια δεν σταμάτησε να ζει τη ζωή της με όποιον πρόσφορο τρόπο επινοούσε, εκείνος στη θέση του παρατηρητή της φθοράς και του συμπαραστάτη στον πόνο, πάλευε με το μυαλό του να δώσει κάποια λογική υπόσταση στον παραλογισμό της αιφνίδιας ανατροπής των δεδομένων της ζωής. Με τον γερό οπλισμό που δίνει η ενασχόληση με το διάβασμα, η λογοτεχνία, η ποίηση, εφόδια που η αδελφή του είχε φροντίσει να δείξει την αξία τους σ’ αυτόν τον μικρότερο, έτσι όπως από νωρίς διάβαζαν ποίηση ψυχανεμιζόμενοι πως ίσως κάπου εκεί στα λίγο ή πολύ δυσνόητα των στίχων αλλά και στη δισήμαντη ή πολυσήμαντη μεταφορικότητα των λέξεων κρυβόταν μεγάλο μέρος από το νόημα αυτού του κόσμου. Την αξία αυτής της έγκαιρης επαφής θα τη σχολιάσει ο αφηγητής θεωρώντας ότι σχέση αληθινή με την ποίηση μπορεί να έχει μόνον εκείνος που στην εφηβική ηλικία


«ένιωσε σωματική αναστάτωση διαβάζοντας ένα ποίημα, κι ας μην ήταν σε θέση να κατακτήσει το νόημά του. Όσα ποιητικά βιβλία ή βιβλία περί ποιήσεως και αν διαβάσει κανείς αργότερα, αν δεν έχει νιώσει αυτή την αναστάτωση στην εφηβεία του ή στην πρώτη νεότητα, άδικα κουράζεται. Θα είναι ενδεχομένως σε θέση να αναλύει την τεχνική ενός ποιήματος, να το ταξινομεί, να το συσχετίζει με άλλα, να αποκρυπτογραφεί τις ιδέες του, αλλά ποτέ δεν θα του δοθεί να συγκινείται με το ίδιο το ποίημα, να το νιώθει σωματικά.»


Αυτή η πνευματικότητα ήταν ένας τρόπος επικοινωνίας με την αδελφή του, κερδισμένος από κοινά αναγνώσματα και συζητήσεις από τα χρόνια της εφηβείας τους. Σ’ εκείνα τα εφηβικά χρόνια θα αρχίσει να διαμορφώνει ο Σταύρος Ζουμπουλάκης και την αντίληψή του για τον χριστιανισμό, πιο μακριά από τα τυπολατρικά και τα εθιμικά και πιο κοντά στον σκεπτικισμό και την αναζήτηση της ουσίας της σχέσης με τον Θεό. Δείγμα αυτής της στάσης θα δούμε και στο παρόν αφήγημα, όπου με αφορμή την πορεία της αδελφής του προς τον θάνατο θα τοποθετηθεί απέναντι στη συνήθη καταφυγή των ανθρώπων στις θεολογικές ερμηνείες γύρω από τα μεταφυσικά πράγματα. Εκεί θα μας δώσει και την ευφυή διατύπωση:
«οι δογματικές συζητήσεις μου φαίνονται τόσο ενδιαφέρουσες όσο και οι ταξινομήσεις της εντομολογίας».

Βαθύτατα ανθρώπινο το αφήγημα, κερδίζει αμέσως τον αναγνώστη, έτσι όπως ο προβληματισμός του ξεπερνά τα τετριμμένα και αποκορυφώνεται σε ερωτήματα ουσίας, θεολογικού χαρακτήρα οπωσδήποτε αλλά τόσο κοντά σ’ αυτή την κοινή ανθρώπινη απόγνωση μπροστά στην απουσία μιας έλλογης ερμηνείας για όλο τον πόνο και την αδικία στον κόσμο. Μόνο που κι εδώ πλανάται ο άνθρωπος, όταν απαιτεί όλα να του εξηγηθούν. Η απορία θα παραμείνει, και στο σημείο αυτό θα πρέπει να δούμε ότι ο λόγος του Σταύρου Ζουμπουλάκη δίνει το λιθαράκι του στην υπόθεση αναζήτησης μιας ικανοποιητικής τοποθέτησης. Δεν είναι ο Θεός που θα συνδράμει τον άνθρωπο, αλλά ο άνθρωπος που θα πρέπει να ανακαλύψει την παρουσία του Θεού και να ενδυθεί την αγάπη του:
«ο ίδιος ο Θεός αποσύρεται από αγάπη, για να οδηγήσει τον άνθρωπο να τον αναζητήσει και να τον αγαπήσει».
Υπάρχει πιο ασφαλής δρόμος προς αυτή την αγάπη του Θεού από την αγάπη προς τον άλλο πάσχοντα άνθρωπο; Εκεί αποδεικνύεται ότι όλο αυτό, η πορεία του ανθρώπου και η φιλοσοφική του αναζήτηση δεν θα είναι παρά μια ματαιόπονη ακαδημαϊκή συζήτηση, αν δεν συναντηθεί με την οδύνη του άλλου. Αυτό βίωσε και ο αφηγητής μέσα από την εμπειρία της συμπόρευσης με την αδελφή του. Γι’ αυτό και θέλησε αμέσως μετά το τέλος της να καταγράψει σκέψεις και να τις κοινοποιήσει με τη μορφή αυτού του βιβλίου. Ο ίδιος θα πει ότι όλο αυτό ήταν
«μια καθαρτήρια αυτοθεραπευτική διαδικασία».
Ένα ξεκαθάρισμα των προσωπικών του λογαριασμών. Έτσι θα είναι. Ωστόσο, για όποιον το διαβάζει αποτελεί μια αφορμή για το δικό του ξεκαθάρισμα, για τη δική του ιεράρχηση και την προσωπική του τοποθέτηση απέναντι στις οδύνες του.

Διώνη Δημητριάδου


Η Διώνη Δημητριάδου γεννήθηκε στη Θεσσαλονίκη αλλά κατοικεί στην Αθήνα. Σπούδασε ιστορία και αρχαιολογία και δίδαξε σε δημόσια λύκεια. Ασχολείται με τη συγγραφή και με την κριτική λογοτεχνίας. Βιβλία της κυκλοφορούν από τις εκδόσεις «Νοών». Συμμετείχε σε συλλογικές εκδόσεις (εκδόσεις Σιδέρης, Μικρές εκδόσεις, Διάνυσμα). Έχει στο διαδίκτυο το προσωπικό ιστολόγιο «Με ανοιχτά βιβλία»

Παρασκευή 8 Απριλίου 2016

Μια ματιά στη συλλογή διηγημάτων «Άντρας που πέφτει» του Νικόλα Σεβαστάκη



γράφει η Νότα Χρυσίνα*

ΝΙΚΟΛΑΣ ΣΕΒΑΣΤΑΚΗΣ
«Άντρας που πέφτει»

























εκδόσεις Πόλις

Ο Σεβαστάκης φτιάχνει μία «Ανθρώπινη Κωμωδία» όπως ο Μπαλζάκ σκιαγραφώντας την κοινωνία της εποχής του, την ελληνική κοινωνία. Καταγράφει με κάθε λεπτομέρεια την εποχή τους όπως ένας καλός σκηνοθέτης ενός ιστορικού ντοκιμαντέρ. Οι ιστορίες του τοποθετούνται στο άστυ ή στην επαρχία μεταφέροντας το χρώμα και τους ήχους της καθεμίας. Η γλώσσα του σχεδόν ποιητική μεταφέρει αισθήσεις: εικόνες, ήχους αλλά και σιωπές, με μεγάλη ευκρίνεια.
(«Πέφτει…νιώθει πως ανοιγοκλείνει σαν ακορντεόν που παίζει ναπολιτάνικες καντσονέτες…») «Άντρας που πέφτει»
(«Τρεις βδομάδες βροχής…μας τύλιξε όλους η μυρωδιά των σάπιων φύλλων… Αυτή η οσμή έσκαβε μέσα μας δυσοίωνα προαισθήματα…») «Ο Αυτόχειρας της βροχής»
(«Όποιος έστρεφε το βλέμμα προς τους λόφους μπορούσε να διακρίνει συχνά το σουλούπι του ανάμεσα στα κυπαρίσσια και στις πεζούλες των αμπελιών») «Ο Αυτόχειρας της βροχής»
(«…αποφεύγει να πει κουβέντα, παίζοντας απλώς με εύσχημες σιωπές και αδύναμα σήματα δυσαρέσκειας. Μ’ ένα υπόκωφο χμ…») «Τέλος Εποχής»
Συνεκτικός κρίκος όλων των ιστοριών η μνήμη ή τα θραύσματά της με την μορφή αναμνήσεων. Όλοι οι ήρωες και ηρωίδες θυμούνται ή αγωνίζονται να θυμηθούν ή να λησμονήσουν κάτι από το παρελθόν τους ή ακόμη και το ίδιο το παρόν. Η μνήμη τούς ελευθερώνει ή τούς παγιδεύει στο παρόν, ακόμη τους συντροφεύει και νοηματοδοτεί τη ζωή τους. Η μνήμη γίνεται μήτρα που γεννάει τη ζωή τους στο παρόν το οποίο αδυνατεί να πάρει τη σκυτάλη από το παρελθόν.
(«…κομμάτια από το παρελθόν μπερδεύονται στα πόδια του αλλά εκείνος πρέπει να προχωρήσει, πρέπει να προχωρήσει κόβοντας δρόμο.») «Άντρας που πέφτει»
(«Μια τέτοια λήθη μπορεί να είναι και ευεργετική για ανθρώπους που επιδιώκουν να σβήσουν κομμάτια ολόκληρα του παλιού τους εαυτού») «Άντρας που πέφτει»
(«Η απάντησή του με πρόφτασε με ένα γέλιο από αυτά που επικάθονται στη μνήμη χρωματίζοντας δια παντός ένα συγκεκριμένο πρόσωπο») «Τέλος Εποχής»
(«…μέχρι την παρουσία της πιο επίμονης μνήμης, αυτό το είδος μνήμης που κλωτσάει το στήθος μας όπως ένα μωρό το τοίχωμα μήτρας. Αν κάτι ξέρουμε όλοι είναι ότι ο Βλάσης πάσχει από πόνους μνήμης…είναι πόνοι «αμβλείς και βύθιοι», πόνοι που ξεκινούν και καταλήγουν στο μύχιο κέντρο της ύπαρξης») «Τέλος εποχής»
(«…σπάζουνε τα νερά της – τα νερά της μνήμης, εννοώ») « Η μέρα της Πολυξένης»
(«…όπως συμβαίνει όταν δεχόμαστε επίθεση από εικόνες μισοθαμμένες σε μικρές λόχμες και πατάρια της ψυχής μας») « Η μέρα της Πολυξένης»
Το παρελθόν της Ελλάδας περνάει σαν σε εικόνες ενός ιστορικού ντοκιμαντέρ μέσα από τις σελίδες των διηγημάτων του Νικόλα Σεβαστάκη. Αντίσταση, Γενικές Απεργίες, Πορείες, Βαρκελώνη, Ιταλικό Φθινόπωρο, Εμφύλιος, Επταετία, παρακολούθηση κουμουνιστών από το καθεστώς, Κύπρος, Ρίμινι. Οι Έλληνες μετανάστες, οι εμφυλιοπολεμικές συγκρούσεις, το κλίμα απογοήτευσης της μεταπολίτευσης, οικονομική κρίση, αυτοκτονίες, κοινωνική απάθεια, σύγχρονη ελληνική πραγματικότητα, ουρές στο δημόσιο, στασιμότητα, εχθρότητα και υπόκωφη οργή.
Το δεύτερο βασικό θέμα που συνέχει τα διηγήματα είναι ο έρωτας. Ο έρωτας αλλά και η αισθησιακότητα του κορμιού που σχεδόν πάντοτε δίνει λόγο ύπαρξης αλλά και ταλαιπωρεί την ψυχή των ηρώων με την απουσία του. Ο έρωτας που όσοι ήρωες τον βίωσαν τον κρύβουν σαν αμαρτία ή από το φθόνο των άλλων και όσοι δεν τον βίωσαν τον αναζητούν μέσα σε όνειρα και «αμαρτωλές» αναμνήσεις. Το όνειρο είναι η έξοδος από την πραγματικότητα και ο ύπνος αποτελεί νάρκη ώστε να μην νιώθεται το άλγος της ψυχής.
(«Το κορμί της Αμαλίας του, με τα λευκά και ρόδινα περάσματα, σκιάσεις και μυστηριώδεις χώρους αναψυχής, στάθηκε γι’ αυτόν μεθυστικό και απέραντο…αυτή η μοναδική γυναικεία επιφάνεια είχε όλο το βάθος που χρειάζεται ένας άνθρωπος για να φυλαχτεί από τα πολεμικά μέτωπα της υπόλοιπης πραγματικότητας») «Άντρας που πέφτει»
(«…αισθανόταν τη θαλάσσια αύρα επίμονο χάδι ανάμεσα στο ρούχο και στα στήθη…»)«Ο Αυτόχειρας της βροχής»
(«Ποιος θα ανεχόταν να ακούσει από τα χείλη μιας γυναίκας της ηλικίας της πως αυτό το δεύτερο σώμα έχει ρίγη και καύλες…») «Η μέρα της Πολυξένης»
(«Πριν ναρκωθεί στον ύπνο δίχως όνειρα, στον ύπνο της κουρασμένης ανθρωπότητας») «Η μέρα της Πολυξένης»
Ο Σεβαστάκης κάνει αναφορές σε συγγραφείς, ποιητές αλλά και φιλοσόφους με τους οποίους αφήνει έναν διάλογο ανοιχτό ή υπαινίσσεται μέσα από την γραφή του την παρουσία τους. Αναφέρεται στον Παπαδιαμάντη, τον Κάφκα, τον Σαραντάρη, τον Ντίκενς, τον Μπουτζάτι, τον Καβάφη, τον Αμπατζόγλου, τον Λειβαδίτη, τον Καρούζο, τον Έγκελς, τον Χέγκελ και υπαινίσσεται τον Καρυωτάκη, τον Σολωμό καθώς η μνήμη «επιμένει»:
(«Το σώμα του άρχισε να παίρνει ύψος και να απομακρύνεται από το λασπωμένο χόρτο» «Ο Αυτόχειρας της βροχής»
(«Την ίδια στιγμή…ο ουρανός ξεκίνησε να ανοίγει στο βάθος …Ποιο ήταν αυτό το περίγραμμα στο βάθος που ήταν σαν να το θαύμαζε για πρώτη φορά; Λίγο πριν τελειώσουν όλα, η συνείδηση έψαχνε ακόμα απαντήσεις στο ευχάριστο, ψυχρό αεράκι από το πέλαγος») «Ο Αυτόχειρας της βροχής»
Στις «στροφές της γλώσσας» ο Σεβαστάκης μπλέκει επίσης μουσικές: την «Εκδρομή» του Νίκου Μαμαγκάκη, το «Μπολερό» του Ραβέλ, αλλά και πίνακες ζωγραφικής όπως του Μαλέα.
Όλοι οι ήρωες βρίσκονται σε ένα υπαρξιακό άγχος ή αδιέξοδο. Έχουν «ροπή προς την κατήφεια» όπως γράφει ο Σεβαστάκης για τον ήρωα του πρώτου διηγήματος «Άντρας που πέφτει» που έδωσε και τον ομώνυμο τίτλο στη συλλογή. Άνθρωποι που συναντάμε καθημερινά στο δρόμο, στο λεωφορείο, σε έναν περίπατο αλλά που δεν φανταζόμαστε πως ζουν το δικό τους δράμα με έναν πρωταγωνιστή. Η ζωή τους γυρίζει γύρω από τον μικρόκοσμό τους. Ο χρόνος τους περιορίζεται σε ένα παρελθόν που διαμελισμένο επιστρέφει, συνήθως εχθρικό, και ζητάει μερίδιο από το παρόν.
Το παρόν θα μπορούσε να είναι η Ελλάδα της οικονομικής κρίσης με τους ήρωες να φέρουν τα σημάδια της υπαρξιακής κρίσης και το νωπό πάντοτε εμφυλιοπολεμικό παρελθόν μας. Ένα άλυτο και ασυμφιλίωτο παρελθόν να μπαίνει στις ζωές μας όπως το κύμα στις ρωγμές των βράχων και να διαβρώνει ζωές σιγά και αθόρυβα. Άνθρωποι παγιδευμένοι σε όνειρα με υλικά κλεμμένα από ταινίες. Άνθρωποι που ζουν τις ιστορίες τους χωρίς να μπορούν να τις γευτούν. Άνθρωποι που δεν τους ωριμάζουν οι δυσκολίες παρά τους κάνουν να κουβαλούν μία πίκρα για μια αδικία. Κανένας ήρωας δεν φαίνεται να μπορεί να δώσει λύσεις. Όλοι βουλιαγμένοι ευλαβικά σε μια δυστυχία που κάποιες φορές φαίνεται ακατανόητη και κάποιες άλλες σχεδόν αστεία. Μονότονα εμμονικοί χαρακτήρες αυτοπαγιδεύονται στη θλίψη ή στη μοίρα.
Οι ήρωες του Σεβαστάκη «μετατρέπονται στο σύνολο των αναμνήσεών τους» ή σε «όντα χωρίς ιδιότητες» παραπέμποντας στον Μούζιλ . Όμως, οι ήρωες που διεκδικούν την ύπαρξή τους μέσα στα διηγήματα του Σεβαστάκη θα ήταν χαρούμενοι να γνωρίζουν πως η ζωή τους έχει νόημα και πως εάν θα μπορούσαν να κοιτάξουν με ενδιαφέρον την δική τους ζωή θα την έβλεπαν ως μία νουβέλα.
(«Και θα ήταν, όπως όλοι οι ζηλωτές της ανάγνωσης, πολύ ευχαριστημένος που η ζωή του πήρε επιτέλους την τροπή μιας νουβέλας») «Τέλος εποχής»
Το πρώτο διήγημα «Άντρας που πέφτει» αλλά και το τελευταίο διήγημα με τίτλο «Τα αγαθά κώποις κτώνται» δίνουν, θα έλεγα, έναν διδακτικό τόνο ακολουθώντας το “Dulce e utile” της Ποιητικής Τέχνης του Οράτιου. «Το βασικό είναι να σηκώνεσαι» καταλήγει το «Άντρας που πέφτει» και στο «Τα αγαθά κώποις κτώνται» θριαμβεύουν οι «καθημερινές νίκες» καθιστώντας τη ζωή ένα σύνολο από μικρές και σημαντικές μάχες όπου μια μικρή εκδρομή ή ένας περίπατος με έναν φαινομενικά ασήμαντο στόχο μπορεί να δώσει νόημα και να φωτίσει όλες τις «κατήφειες» του βίου μας.

Η συλλογή διηγημάτων του Νικόλα Σεβαστάκη με τίτλο «Άντρας που πέφτει» ξετυλίγει τις ιστορίες δέκα διαφορετικών ηρώων, παραπέμποντας και στο «Δεκαήμερο» του Βοκκάκιου. Οι ήρωες, άνδρες ή γυναίκες, εμφανίζονται μπροστά μας όπως οι ηθοποιοί στον φακό σε κοντινά πλάνα και αρχίζουν να εξομολογούνται τη ζωή τους με τη βοήθεια του σκηνοθέτη- αφηγητή.

 Ο Νικόλας Σεβαστάκης γεννήθηκε στο Καρλόβασι της Σάμου το 1964. Σπούδασε πολιτικές επιστήμες στην Πάντειο και πολιτική θεωρία στο Ινστιτούτο Πολιτικών Επιστημών του Πανεπιστημίου Lyon II της Γαλλίας. Η διδακτορική του διατριβή αναφέρεται στη χαϊντεγγεριανή κριτική της τεχνικής και της νεωτερικότητας. Ασχολήθηκε με την ποίηση, το δοκίμιο, την κριτική και περιστασιακά με τη μετάφραση. Από το 1999 διδάσκει πολιτική και κοινωνική φιλοσοφία, αρχικά στο τμήμα Κοινωνιολογίας του Πανεπιστημίου του Αιγαίου, και από το 2006 ως αναπληρωτής καθηγητής στο τμήμα Πολιτικών Επιστημών του ΑΠΘ. Μέσα από μια σειρά βιβλίων και άρθρων του, έχει ασχοληθεί με ζητήματα κριτικής της ιδεολογίας και της νεωτερικότητας. Ζει στη Θεσσαλονίκη.


Τίτλοι στη βάση Βιβλιονέτ
(2015)Άντρας που πέφτει, Πόλις
(2014)Γυναίκα με ποδήλατο, Πόλις
(2012)Η τυραννία του αυτονόητου, Ενθέματα της Αυγής
(2011)Δοκιμές και αναγνώσεις, Opportuna
(2010)Οι χειμώνες της μνήμης, Πανοπτικόν
(2008)Αυτό το πνεύμα που παραδίδει το πνεύμα, Ίνδικτος
(2008)Φιλόξενος μηδενισμός, Βιβλιοπωλείον της Εστίας
(2004)Κοινότοπη χώρα, Σαββάλας
(2000)Η αλχημεία της ευτυχίας, Πόλις
(1998)Προς τη ρομαντική κρίση, Έρασμος
(1997)Η ψυχή και τα είδωλα, Κριτική
(1993)Βέβηλες σκέψεις, Αλεξάνδρεια
(1993)Λάφυρο αγαπημένων ημερών, Νεφέλη
(1987)Οικείο φεγγάρι, Ηριδανός
Συμμετοχή σε συλλογικά έργα
(2014)Η λάμψη του χρήματος στη νεοελληνική λογοτεχνία, Ίδρυμα Κώστα και Ελένης Ουράνη
(2014)Προς έναν νέο τύπο κοινωνικού ανθρώπου;, Σχολή Μωραΐτη. Εταιρεία Σπουδών Νεοελληνικού Πολιτισμού και Γενικής Παιδείας
(2013)Θεωρία, λογοτεχνία, Αριστερά, Ταξιδευτής
(2013)Τέρρυ Ήγκλετον: Κείμενα για τη ζωή, την ποίηση, την πολιτική, Ταξιδευτής
(2012)Λαϊκισμός, αντιλαϊκισμός και κρίση, Νεφέλη
(2012)Το διαρκές 1917, ΚΨΜ
(2009)Κείμενα για τη ζωή, την ποίηση, την πολιτική, Το Πέρασμα
(2008)Θεωρία, αξίες και κριτική, Πόλις
(2008)Θεωρία, λογοτεχνία, Αριστερά, Το Πέρασμα
(2008)Όψεις λογοκρισίας στην Ελλάδα, Νεφέλη
(2007)Η κοινή γνώμη στην Ελλάδα 2005-06, Σαββάλας
(2006)Ευρωπαϊκή διακυβέρνηση και Ευρωπαϊκή περιφέρεια, Σάκκουλας Αντ. Ν.
(2006)Παράδοση και εκσυγχρονισμός στην Ελλάδα του 21ου αιώνα, Ταξιδευτής
Μεταφράσεις
(2005)Heidegger, Martin, 1889-1976, Επιστήμη και διαλογισμός, Έρασμος
(1999)Ruby, Christian, Ο ενθουσιασμός, Scripta [μετάφραση, επιμέλεια σειράς]
(1998)Dadoun, Roger, Η βία, Scripta [μετάφραση, επιμέλεια σειράς]
Scholem, Gershom, Ο ιουδαϊκός μεσσιανισμός, Έρασμος
Λοιποί τίτλοι
(2000)Engel, Pascal, Η αλήθεια, Scripta [επιμέλεια σειράς]
(2000)Canivez, Patrice, Ποια αγωγή για τον πολίτη;, Scripta [επιμέλεια σειράς]
(1999)Misrahi, Robert, Η ευτυχία, Scripta [επιμέλεια σειράς]
(1999)Dastur, Françoise, Ο θάνατος, Scripta [επιμέλεια σειράς]
(1998)Badiou, Alain, Η ηθική, Scripta [επιμέλεια σειράς]
(1998)Paquot, Thierry, Η ουτοπία ή το παγιδευμένο ιδεώδες, Scripta [επιμέλεια σειράς]
(1998)Haar, Michel, Το έργο τέχνης, Scripta [επιμέλεια σειράς]

*Η Νότα Χρυσίνα είναι μεταφράστρια, πολιτισμολόγος

Τετάρτη 6 Απριλίου 2016

ΚΩΝΣΤΑΝΤΙΝΟΣ ΚΑΒΑΦΗΣ — ΣΥΝΤΟΜΗ ΑΝΑΣΚΟΠΗΣΗ

επιμέλεια κειμένου:Νότα Χρυσίνα



γράφει ο Μανώλης Αλυγιζάκης*

Ο Κωνσταντίνος Καβάφης, ένας από τους πρωτοπόρους της Νεοελληνικής Λογοτεχνίας έζησε το μεγαλύτερο μέρος της ζωής του στην Αλεξάνδρεια της Αιγύπτου, στην οδό Σέριφ, όπως κι ίδιος έγραψε χαρακτηριστικά, Κατάγομαι από την Κωνσταντινούπολη αλλά γεννήθηκα στην Αλεξάνδρεια στο σπίτι στην οδό Σέριφ, μικρός σε ηλικία ξόδεψα μερικά χρόνια στην Αγγλία όπου και ξαναπήγα για λίγο χρονικό διάστημα αργότερα όταν ενηλικιώθηκα. Έχω επίσης ζήσει στη Γαλλία και στην εφηβεία μου έζησα για δυο χρόνια στην Κωνσταντινούπολη. Δεν έχω πάει στην Ελλάδα για πολλά χρόνια. Εργάζομαι για το Υπουργείο Δημοσίων Έργων της Αιγύπτου. Μιλώ Αγγλικά, Γαλλικά και λίγο Ιταλικά. Αυτό είναι ένα μέρος απ’ το βιογραφικό σημείωμα που έγραψε ο ίδιος το 1924.
Παρουσιάστηκε επίσημα για πρώτη φορά στην Ελλάδα από τον Γρηγόριο Ξενόπουλο που έγραψε μια ωραιότατη κριτική του Καβάφη για το λογοτεχνικό περιοδικό Ελληνικά Γράμματα και γύρω στον ίδιο καιρό παρουσιάστηκαν και ποιήματά του στο Λονδίνο από τον Άγγλο ποιητή E.M.Forster ο οποίος και τα μετέφρασε. Είχε ήδη δημοσιεύσει ποιήματα στο περιοδικό «Έσπερος» το 1886, και σε πειροδικά στη Λειψία, στην Κωνσταντινούπολη και στην Αλεξάνδρεια όπου μάλιστα συνέβαλε στη δημιουργία κι έκδοση του περιοδικού «Αλεξανδρινή Τέχνη».
Είναι χαρακτηριστικό ότι χρησιμοποίησε στο γράψιμό του τη δημοτική αλλά και την καθαρεύουσα σημείο φυσικά που υπογραμμίζει τη μάχη που διεξαγόταν την εποχή εκείνη ανάμεσα στα δύο στρατόπεδα των δημοτικιστών και των καθαρευουσιάνων. Έζησε ως μέλος της ελληνικής κοινότητας της Αλεξάνδρειας κάτω απ’ την επιρροή της παντοδύναμης ορθόδοξης εκκλησίας και την ημέρα του θανάτου του δέχτηκε να κοινωνήσει και έχει τονιστεί ότι τα τελευταία λεπτά της ζωής του πήρε μολύβι και χαρτί στο οποίο δημιούργησε ένα μεγάλο κύκλο και στο κέντρο του έβαλε μια τελεία.
Η ποίησή του συνδυάζει την ακρίβεια ενός μεγάλου τεχνίτη του λόγου με το συναισθηματισμό της Σαπφούς καθώς είναι και οι δύο λακωνικοί στο λόγο τους κι αναμοχλεύουν με τους στίχους τους τη δύναμη της αγάπης και του ερωτισμού. Πραγματικοί χαρακτήρες αλλά και φανταστικοί περιδιαβάζουν στους στίχους του με κύριο θέμα την ομοφυλοφιλία. Αυτός μάλιστα είναι κι ο λόγος που πολλοί θεωρούν ότι ο Καβάφης ήταν ομοφυλόφιλος κάτι που ποτέ δεν αποδείχτηκε. Πράγματι, ο στενός του φίλος Αθανάσιος Κορτάτος γράφει: «Το αν ο Καβάφης ήταν ομοφυλόφιλος είναι αμφισβητίσιμο αφού ποτέ δεν παρουσιάστηκε καμμιά απόδειξη, γραπτό ή φωτογραφία, ή έστω και κάποιο σκάνδαλο που να αφορά τον Καβάφη». Αυτός ο ισχυρισμός έχει μεγάλη σημασία τη στιγμή που ο Κορτάτος γνώριζε τον Καβάφη πολύ καλά και σίγουρα θα γνώριζε καλύτερα από οποιονδήποτε άλλον αν υπήρχε κάτι τέτοιο. Άλλη μια άποψη που εξέφρασε ο Στρατής Τσίρκας είναι ότι το πάθος του Καβάφη δεν ήταν τόσο η ομοφυλοφιλία όσο ο αλκοολισμός και η προτροπή του στον αυνανισμό. Ο Γιώργος Σεφέρης παρομοιάζοντας τον Καβάφη με  τον «απατηλό» Πρωτέα της αλεξανδρινής θάλασσας που συχνά αλλάζει μορφή ισχυρίζεται ότι: «ας είμαστε προσεχτικοί κι ας μην γελιόμαστε από τις δικές μας κλίσεις ή να θεωρούμε σαν αναμφισβήτητες τις διαλεκτικές του δημιουργίες αφού πάντα ελλοχεύει μια κρύφια έννοια στην κάθε έννοια».
Πέραν όμως του «προσωπικού» του θέματος ο Καβάφης ήταν ένας γλυκός, μοναχικός, κλεισμένος στον εαυτό του άνθρωπος και ποιητής που έγραψε λίγα ποιήματα σε σχέση με άλλους νεοέλληνες ποιητές, αλλά παρ’ όλα αυτά κατάφερε ν’ αγγίξει μια συγκεκριμένη χορδή του αναγνώστη που δεν συγκρίνεται με κανέναν άλλο. Έζησε τη ζωή της διασποράς, που χαρακτηρίζεται από την αστείρευτη αγάπη για την πατρίδα, με τη νοσταλγία για επιστροφή, και με την εξαιρετική του αφοσίωση σε κάθε τι ελληνικό. Η λακωνικότητα και η ακρίβεια των ποιημάτων του οφείλεται στην εμμονή του να δουλεύει αμέτρητες φορές σε κάποιο συγκεκριμένο ποίημα μέχρι να το φτάσει στο σημείο που το θεωρούσε τέλειο οπότε συνήθως το ταχυδρομούσε σε κάποιο φίλο του για να ελεγχθεί ακόμα μια φορά.
Τα ποιήματά του χωρίζονται σε τρεις κατηγορίες, τα ιστορικά, τα ερωτικά και τα φιλοσοφικά. Τα θέματά του για τα ιστορικά του ποιήματα άντλησε από τη βυζαντινή και νεοελληνική ιστορία κι από την ελληνιστική εποχή της Αλεξάνδρειας αμέσως μετά το θάνατο του Μεγάλου Αλεξάνδρου και παρ’ όλο που ίσως ο αναγνώστης σκεφτεί ότι είναι εμπευσμένα από την αγάπη του για την πατρίδα μια σοβαρή «διείσδυση» στα ποιήματα αυτά κάνει τον αναγνώστη να διαπιστώσει ότι κινούνται πέραν του χώρου και είναι καθαρά διεθνικά. Επίσης, παρ’ όλο που πολλά ποιήματά του είναι εντοπισμένα στον ελληνιστικό χώρο ή στη νέα Αλεξάνδρεια που ζει είναι τόσο πολύ εμποτισμένα με το μυθικό στοιχείο που τα μεταφέρει πέραν του ενός χώρου και πολλές φορές οι ήρωές του είναι εξόριστοι και ζουν στον χώρο της διασποράς. Πολλές φορές ένα ποίημά του εντοπίζεται στον χώρο του συναισθήματος και της ερωτικής οικειότητας και πλανάται στη σκέψη του αναγνώστη ή σε κάποιο φανταστικό κι απροσδιόριστο σημείο ή σε κάποιο δωμάτιο ή καφενείο. Τα ερωτικά του ποιήματα αναφέρονται αποκλειστικά στον ερωτισμό μεταξύ ανδρών, συνήθως νεαρής ηλικίας, δίχως να βρίσκουμε ποτέ καμμιά αναφορά στην κόρη-εικόναπου χρησιμοποιήθηκε από σχεδόν όλους του νεοέλληνες ποιητές. Για τον Καβάφη η γυναίκα ήταν πάντα μεγάλης ηλικίας, αριστοκρατική μορφή, κάποιες φορές πνευματώδης κι άλλες φορές σε κάποια υψηλή κοινωνική θέση. Ορισμένες φορές τα ποιήματα αυτά αφορούν πάμπτωχους νέους ομοφυλόφιλους που ζουν σ’ ένα κοινωνικό περιβάλλον κυριευμένο από ανθρώπους που τους βλέπουν με εχθρικό μάτι. Άλλες πάλι φορές ο χώρος και ο περίχωρος των εικόνων του είναι ένα σπίτι, μια είσοδος σπιτιού, ένα καφενείο, η γειτονιά που έχει ζήσει και περπατήσει ο ποιητής για πολλά χρόνια. Και με την αναφορά του αυτή κάνει τον τόπο να ξαναγεννηθεί να ξανααισθανθεί το παρελθόν του να του ξαναδώσει ζωή, κι αυτός είναι ο ερωτικός δεσμός του ποιητή με το γνώριμό του χώρο. Κι είναι στιγμές που ο Καβάφης γράφει για τον έρωτα και ταυτόχρονα εξερευνεί το δυναμικό των εννοιών έθνος, πατρίδα, πίστη, εκκλησία, ήθος και σε τέτοιες στιγμές ακούμε την εσωτερική φωνή εκείνων που σαν εμάς αντιμετωπίζουμε τα σημερνά παρόμοια εθνικά προβλήματα.
Διαχωρίζοντας το ποιητικό του έργο σε φιλοσοφικό, ιστορικό κι ερωτικό, στα ποιήματά του αποτυπώνονται η φιλοσοφική του σκέψη, η ιστορική του γνώση και ο ερωτισμός αντίστοιχα. Όσον αφορά στα ιστορικά του ποιήματα οφείλουμε να λάβουμε υπ’ όψιν μας ότι τα έγραψε ζώντας στην ατμόσφαιρα μιας πόλης που έγινε κατά το ελληνιστικό της παρελθόν χωνευτήρι λαών και σταυροδρόμι πολιτισμών. Οι ήρωές του είναι γνωστά ιστορικά πρόσωπα ή γεννήματα της φαντασίας του και ο ποιητής αφηγείται με τους χαρακτήρες που πλάθει ανθρώπινες συμπεριφορές σημαδεμένες από το πρόσκαιρο της επιτυχίας και τη μοίρα που εξουδετερώνει την ανθρώπινη θέληση.
Η γραφή του επηρέασε πολλούς στην Ελλάδα αλλά και στο εξωτερικό όπως τον μεγάλο μας ποιητή Σεφέρη και στο εξωτερικό τους: WH.Auden και E.M.Forster. Χαρακτηριστικά ο WHAuden έγραψε: «Από τότε που διάβασα Καβάφη πολλά χρόνια πίσω η ποίησή του διατηρεί μεγάλη επιρροή στη δική μου γραφή, μπορώ π.χ. να σκεφτώ κάποιο ποίημά μου κι αν δεν γνώριζα τον Καβάφη το ποίημα αυτό θα ήταν εντελώς διαφορετικό ή δεν θα το είχα γράψει καθόλου, παρ’ όλο που δεν ομιλώ την ελληνική γλώσσα και η γνώση μου της ποίησης του Καβάφη είναι μόνο μέσω μεταφράσεων. Και παρ’ όλο που είναι εύκολο να μεταφράσει κανείς πεζό λόγο είναι σχεδόν αδύνατο να μεταφράσει ποίηση κι όμως η επιρροή της ποίησης του Κωνσταντίνου Καβάφη στη ζωή μου και στην ποίησή μου είναι πραγματικά αναμφισβήτητη».
Ιδιαίτερα χαρακτηριστικά, στην ποίηση του Καβάφη, είναι ο τόνος και το ύφος του κι ολοφάνερα ο ευθύς λόγος του που δεν διακοσμείται ποτέ, δεν υποκύπτει σε καθορισμένες φόρμουλες, και που ποτέ δεν υπερβάλλει. Απλά λέει αυτό που χρειάζεται δίχως γαρνιτούρες και βερμπαλισμούς. Η ποίησή του είναι απλή, ειρωνική, καυστική, όπου συναντούμε στοιχεία όπως το αβέβαιο μέλλον, τη σαρκική επαφή, το ήθος των χαρακτήρων, την ψυχολογία των ηρώων του, την μοιρολατρική υπαρξιακή του νοσταλγία, και την ομοφυλοφιλία. Πέραν των υποκειμένων του που είναι ασυμβίβαστα για την εποχή τους η ποίησή του διακρίνεται από την καλαισθησία του ποιητή που αποζητά το τέλειο με την ώριμη φωνή του που είναι ελευθερωμένη από κάθε τεχνοτροπικό συμβιβασμό.
Ο Καβάφης ανήκει στην ομάδα των νεοελλήνων ποιητών που ασκούν μεγάλη επιρροή στους νεώτερους ποιητές κι έχει μια πολύ σπουδαία θέση στα νεοελληνικά γράμματα εμπλουτίζοντας το πάνθεο των ποιητών του εικοστού αιώνα με τους καλαίσθητους στίχους του, με τη σατιρική  φωνή του, με τις ιστορικές του αναμοχλεύσεις που κινούν τη σκέψη του αναγνώστη μεταξύ του σημερινού και του παρελθόντος με απερίγραπτη καθαρότητα και δίχως περιττά λόγια. Η γραφή του μεταλλάσσει την άποψη που έχουμε για τη ζωή και μας βοηθεί να δούμε τον κόσμο κάτω από το δικό του πρίσμα, το πρίσμα της απλότητας που επικοινωνεί βαθιές έννοιες δίχως «γαρνιτούρες και φτιασίδια». Σήμερα, η ποίησή του όχι μόνο έχει αγαπηθεί στηνΕλλάδα αλλά κατέλαβε εξέχουσα θέση στην ευρωπαϊκή ποίηση, ύστερα από τις μεταφράσεις των ποιημάτων του αρχικά στα γαλλικά, αγγλικά, γερμανικά και κατόπιν σε πολλές άλλες γλώσσες.
Πέθανε στην Αλεξάνδρεια από καρκίνο του λάρυγγα ακριβώς την ημέρα των γενεθλίων του σε ηλικία 70 χρονών. Το διαμέρισμά του Καβάφη έκτοτε έχει μετατραπεί σε μουσείο και διαθέτει αρκετά από τα σκίτσα του Καβάφη και πρωτότυπα χειρόγραφα, καθώς  επίσης και πολλές φωτογραφίες και πορτραίτα του Καβάφη.

~Μανώλης Αλυγιζάκης

*O Μανώλης Αλυγιζάκης, είναι Ελληνο-Καναδός ποιητής, μεταφραστής και συγγραφέας.