Σάββατο 31 Οκτωβρίου 2015

Μια προσέγγιση στο «Ελάχιστο ψωμί της συνείδησης» της Δήμητρας Χριστοδούλου



γράφει και επιμελείται η Διώνη Δημητριάδου*


από τις εκδόσεις Μελάνι

Όταν διαβάζοντας κάποιο ποιητικό στιχούργημα σε ξαφνιάζει μια λέξη, όταν σταματάς να αναμετρηθείς με έναν απρόσμενο συνδυασμό υλικών και άυλων μαζί, όταν εκεί που στέριωσες τη σκέψη σου στη γη νιώθεις πάλι να απογειώνεσαι πάνω σε ένα στίχο, τότε μπορείς θαρρώ να πεις: “εδώ έχουμε ποίηση αληθινή, κάτι σαν όχημα να σε πάρει μαζί του σε άγνωστη πορεία, γεμάτη ωστόσο από έντονες συγκινήσεις”.

Αυτό νιώθω κάθε φορά που διασταυρώνομαι με την ποίηση της Δήμητρας Χριστοδούλου. Εδώ και χρόνια. Και κάθε φορά επιβεβαιώνω την παραπάνω διαπίστωση.

Στην πιο πρόσφατη ποιητική της συλλογή «Το ελάχιστο ψωμί της συνείδησης» έρχεται με την πολύτιμη αυτή προσφορά της, όσο κι αν η ίδια τη μετράει για ελάχιστη. Και φτιάχνει από τον τίτλο ακόμη το απροσδόκητο συναπάντημα των εννοιών. Πόσο ελάχιστη μπορεί να είναι η συνείδηση; Και ποιο το αληθινό της βάρος; Πώς αξιολογείται; Όταν βιώνεται ως πραγματικότητα απαιτητική από τον ίδιο τον άνθρωπο ή όταν προσφέρεται σαν τροφή στον άλλο πάσχοντα άνθρωπο δίπλα;

«…

Να ζήσουμε σαν να υπήρχε λόγος

Να πεθάνουμε σαν ν’ αξίζει τον κόπο

Να πειθαναγκαστεί η αιωνιότητα

Να ριχτεί για τα καλά στη βιοπάλη.»

(Συνεκτικό υλικό)


Μια ποίηση, όπως πάντα, κοινωνική, με την ποιήτρια να αγγίζει με τον λόγο της και προσωπικά της δράματα αλλά και τον άνθρωπο της κρίσης, χλευάζοντας την πραγματικότητα με στοιχεία ανατρεπτικά, δίνοντας εικόνες που χτυπούν κατάστηθα τον αναγνώστη.

Με λιτά κυρίως μέσα ο λόγος της.

«Κάθε εξιστόρηση δαγκώνει», σκέφτομαι,

«Γράψεις δεν γράψεις φαρμακώνεσαι»

«Πόσο τις άφησα τις λέξεις μου να σέρνονται

Ανάμεσα στον χρόνο και τη δύναμη
Πόσο αργά, πόσο λίγο κατάλαβα

Οποιονδήποτε στίχο
…»
(Το ελάχιστο που μπόρεσα να είμαι)

Ωστόσο, επειδή λειτουργεί με το ‘ανάλογο’ και το ‘παρόμοιο’ ο στίχος της απεκδύεται τον ρεαλιστικό τρόπο γραφής για να κινηθεί σε περισσότερο υπερρεαλιστικούς τόπους, κάθε φορά που νιώθει το νόημα να πνίγεται μέσα στο γήινο περιτύλιγμά του. Είναι τότε που η ποίησή της δημιουργεί τις πιο πλούσιες εικόνες. Εικόνες που παλεύουν να σταθούν σαν πραγματικές, με τη διάθεση όμως να απογειωθούν σε συμβολισμούς και καταστάσεις που υπερβαίνουν τα σταθερά και χειροπιαστά νοήματα.

 «Ήμουν πάντα ένα άχαρο παιδί

Με μια βαλίτσα στο χέρι.

Άφηνα πίσω μου ένα απόγευμα

Χλωμό σαν γάλα στο πιατάκι της γάτας

Και μετακόμιζα σ’ ενηλικίωση

Πιο ακατοίκητη απ’ τον ουρανό.

Γι’ αυτό θα το κοιτάξω κατάματα

Αυτό το χάλκινο κεφάλι

Που σέρνει η ομίχλη πάνω απ’ τον σταθμό.

Ακούω που εκφωνούνται δρομολόγια

Κι η περηφάνια μου σχεδιάζει το χάρτη

Με ισχυρή διαίσθηση καταστροφής.

Λοιπόν, δεν κατεβάζω τα βλέφαρα

Στην κάθε εκτυφλωτική προειδοποίηση,

Ταΐζει την αναμονή το ρολόι,

Εξαντλείται και πάλι ακέραιο

Επιπλέει, όταν μετά την αναχώρηση

Την αίθουσα την κατακλύζουν άσπρα φώτα.

Κανείς δεν έμεινε συνεπιβάτης.

Ως κι εκείνο το ασουλούπωτο νήπιο

Ξυλιάζει έξω, στη μεγάλη πλατφόρμα,

Νομίζοντας ότι θ’ αλληθωρίσει μπρος του

Το κυκλώπειο το άστρο της ημέρας

Που αίρει τις αποσκευές της γης.»

(Γρήγορα τρένα)

Μια σπασμένη αλληλουχία των λέξεων, των φράσεων που επιμένουν να ξεκινούν κάθε στίχο με κεφαλαίο. Κεφαλαιώδες ζήτημα, λοιπόν, η συνέχεια, όσο κι αν αυτή διασπάται, έτσι όπως ταχύτατα τραίνα διασχίζουν σταθμούς ζωής. Ζωή που μοιράζεται σε ηλικίες – σταθμούς, αδιαφορώντας για τους επιβάτες που καθυστερούν να ανέβουν στα βαγόνια.

Κι είναι κι εκείνο το ξεχασμένο παιδί που τολμά ακόμη να κοιτάζει κατάματα τα φώτα αγνοώντας το επερχόμενο τούνελ. Με τα μπαγκάζια του αφημένα δίπλα, λες και πρόκειται να φύγει. Ποιος είναι, επομένως, αυτός που φεύγει; Μπορεί κανείς να ξεφύγει από το παιδί που καταχώνιασε σε κάποιο σταθμό σημαδιακό της ηλικίας του;


Τέλος, είναι και η ωριμότητα. Ποτέ δεν ήταν περισσότερο αμφισβητούμενη. Αλλά και απολύτως σχετική και ευθέως ανάλογη με τις αποσκευές που κουβαλάει κανείς από σταθμό σε σταθμό. Ίσως ακόμη να μετράει και η ταχύτητα των τραίνων. Κανείς δεν συνειδητοποιεί τις αλλαγές μέσα του, αν δεν συμφιλιωθεί με τις παραμέτρους του βάρους και της ταχύτητας. Και πάλι, μετέωρο το ζήτημα μπορεί να είναι, αν σκεφτούμε το υπέρβαρο του όλου θέματος. Πόσο ζυγίζει ένα παιδί;

Με τον ένα ή τον άλλο τρόπο, πρόκειται για ποιήματα που βρίσκουν τον στόχο τους. Ίσως γιατί η Δήμητρα Χριστοδούλου βλέπει και παρατηρεί γύρω της και μέσα της. Έτσι κατορθώνει να διυλίσει τον εσωτερικό της κόσμο

«Στην πτέρυγα των ελαφρών παθήσεων

Μπορεί κάποιος ν’ αποθέσει ένα λοφάκι

Με φτέρωμα από παπαρούνες και σπαρτά.

Είναι η εποχή που κανείς βγαίνει,

Ακόμη με τον συνήθη πυρετό του

Να δει αν υπάρχει ο θεός της Κυριακής.

Στην άλλη πτέρυγα οι προγραμμένοι

Ξέρουν.

(Πάνω κάτω στο διάδρομο)

να απλοποιήσει το βάθος και το βάρος της ζωής της, και να σχολιάσει τον ξένο πόνο αντλώντας τις λέξεις από την προσωπική της αποκωδικοποίηση. Πώς, αλήθεια, μπορεί κάποιος να μιλήσει για την κρίση της κοινωνίας γύρω του με υπερρεαλιστικά υλικά; Εδώ ο ρεαλισμός φωνάζει και απαιτεί την ξεκάθαρη εικόνα, μια διαμαρτυρία ζωντανή. Η ποίηση, όμως, έχει τη δική της δυναμική. Μπορεί να μιλάει με τη δική της κάθε φορά γλώσσα, γυρνώντας τις λέξεις συχνά στον αντίποδά τους. Φυσικά για όποιον κατανοεί.

«Οσμή καπνού από παμπάλαιο σπίτι

Αυτό το αθόρυβο Χαμόγελο.

Σεμνά τακτοποιεί τα ασπρόρουχα.

Μέσα στη νύχτα δεν μπορώ να σιδερώσω!

Αύριο ή ποτέ. Ποτέ πια.

Όλοι οι χοροί πατούν στο ίδιο μνήμα.»

(Απλοί κανόνες)

«…

Ω, πώς μοιράζονται τα ελάχιστα

Πολλαπλασιασμένα από τον φόβο…»

(Το σοφό δείπνο)


Μια ποίηση αναμφίβολα υπαρξιακή, όπως μόνο η ποιητική αλήθεια το καταφέρνει, δίνοντας νόημα στα συναισθήματα που πηγάζουν από τον εσωτερικό κόσμο. Έναν κόσμο ολόκληρο από αγάπη για τον συνάνθρωπο, αντλώντας δύναμη από αυτή την ‘ελάχιστη’ συνείδηση’, έτοιμη να προφέρει το ‘ψωμί’ της στον κάθε πρόθυμο αναγνώστη, συνταξιδιώτη στον ποιητικό της κόσμο.


Διώνη Δημητριάδου

http://meanoihtavivlia.blogspot.gr/2015/10/blog-post_29.html


*Η Διώνη Δημητριάδου γεννήθηκε στη Θεσσαλονίκη αλλά κατοικεί στην Αθήνα. Σπούδασε ιστορία και αρχαιολογία και δίδαξε σε δημόσια λύκεια. Ασχολείται με τη συγγραφή και με την κριτική λογοτεχνίας. Βιβλία της κυκλοφορούν από τις εκδόσεις «Νοών». Συμμετείχε σε συλλογικές εκδόσεις (εκδόσεις Σιδέρης, Μικρές εκδόσεις, Διάνυσμα). Έχει στο διαδίκτυο το προσωπικό ιστολόγιο «Με ανοιχτά βιβλία»(http://meanoihtavivlia.blogspot.gr/2015/10/blog-post_24.html)

Τρίτη 9 Δεκεμβρίου 2014



Αλέξανδρος Παπαδιαμάντης “Η φόνισσα”, Μια γλώσσα πέραν του νου και της ψυχής



της Νότας Χρυσίνα


Στην ανατολή του 21ου αιώνα η ηρωίδα του Παπαδιαμάντη Φραγκογιαννού συγκινεί ακόμα τον αναγνώστη. Η κεντρική ηρωίδα παρουσιάζεται από τον συγγραφέα με έναν τρόπο που προκαλεί αμφιθυμία. Εγείρονται ζητήματα ηθικής και υπολανθανουσών  εσωτερικών συγκρούσεων στις οποίες ο άνθρωπος ως φορέας του προγονικού DNA, σύμφωνα με την θεωρία του Δαρβίνου,  δυσκολεύεται να δώσει μία ξεκάθαρη απάντηση. Υπάρχει αντίφαση ανάμεσα στα αγαθά κίνητρα της γριάς και στις στυγερές πράξεις της; Είναι το ζήτημα που θίγεται κοινωνικό; Είναι ηθικό; Eίναι μήπως φιλοσοφικό; 'H άπτεται της ψυχανάλυσης; Είναι η Φραγκογιαννού δολοφόνος ή η γυναίκα που παίρνει εκδίκηση γιατί γεννήθηκε γυναίκα χωρίς να επιλέξει την ζωή της; Η γλώσσα του Παπαδιαμάντη με την ποιητικότητά της συμβάλλει αναμφισβήτητα  στην απάλυνση των αιχμηρών πράξεων αλλά μήπως ένα από τα κεντρικά θέματα του βιβλίου δεν είναι το βασικό ένστικτο του ανθρώπου που είναι η επιβίωση;

Ας θυμηθούμε την ιστορία του έργου του Παπαδιαμάντη "Η Φόνισσα". 
Η Φραγκογιαννού, μία ηλικιωμένη χήρα, που έζησε τη δύσκολη ζωή των γυναικών σε μια ανδροκρατούμενη κοινωνία, καθώς πέρασε από τη δικαιοδοσία του πατέρα στην «κατοχή» του άνδρα-της. Τα βάσανα της γυναικείας μοίρας την οδήγησαν να υιοθετήσει μια φιλοσοφία ζωής που έβλεπε κάθε κορίτσι καταδικασμένο από την κοινωνία να ζήσει υποτακτικά και ανελεύθερα και δη δυστυχισμένα. Αυτή η στάση την οδήγησε να πνίξει καταρχάς την εγγονή-της, χωρίς να φανεί η δολοφονία-της, και σταδιακά, πιστεύοντας στον ρόλο-της ως σωτήρα των άμοιρων θηλέων, άρχισε να σκοτώνει όποια κοριτσάκια μπορούσε. Παρά τα διλήμματά-της, πίστευε ότι τα απαλλάσσει από τη σκληρή ζωή που τα περίμενε. Εντέλει η χωροφυλακή αρχίζει να την κυνηγάει για τις πράξεις-της, καθώς οι υποψίες για τους διαδοχικούς θανάτους έπεσαν πάνω-της, κι αυτή στην προσπάθειά της να ξεφύγει πνίγεται στο πέρασμα ανάμεσα στη στεριά και σε ένα μικρό νησί, όπου πήγαινε να εξομολογηθεί.

Η τελευταία πράξη της νουβέλας, μας πληροφορεί ότι η γριά Χαδούλα πέθανε «μεταξύ της θείας και της ανθρωπίνης δικαιοσύνης». Στην ουσία κανείς δεν πρόλαβε να την καταδικάσει, έφυγε φυσικά (από τη θάλασσα) και οι άνθρωποι δεν μπόρεσαν να της επιρρίψουν ρητές κατηγορίες.

Θα μπορούσαμε να ισχυριστούμε πως στο έργο του Παπαδιαμάντη όπως και στο έργο των μεγάλων τραγικών συγκρούονται ο άγραφος και ο γραπτός νόμος, το  ανθρώπινο δίκαιο με το δίκαιο του ισχυρού και ακόμη η αθωότητα μιας απαίδευτης ψυχής με την αθωότητα μιας ψυχής που δεν άγγιξε την γη, δηλαδή των παιδιών που παρουσιάζονται σαν αγγελικά πλάσματα και μιμούνται στην θυσία του Κυρίου για να σωθεί η ανθρωπότητα, εδώ η γυναίκα και κατ' επέκταση η οικογένεια. Κάθε "τρελός" κρύβει μέσα του ένα παιδί που δεν γνωρίζει από όρια και συμβάσεις. Ποιό είναι όμως το όριο του νόμιμου και ποιό το όριο των συμβάσεων; Μήπως η ίδια η οικογένεια και η κοινωνία δεν καταδίκασε τόσες γυναίκες να είναι νεκροζώντανες και τους επιφύλαξε μόνο την μητρότητα ως καθήκον; Μήπως μέσα από την μητρότητα δεν θανατώθηκαν χιλιάδες άνδρες και ακόμα περισσότερες οικογένειες; Αλλά ο μοναχικός αυτός ταξιδιώτης μάς μίλησε όχι μόνο με ψυχογραφήματα ή κοινωνική κριτική αλλά με την γλώσσα και η γλώσσα όταν μιλάει καλά μπορεί να συννενοηθεί με το πέραν του νου και της ψυχής. Μιλάει καλά όποιος μιλάει με την γλώσσα της αθωότητας και αυτή δεν είναι παρά η ποιητική γλώσσα!

Λογοτεχνία vs Ιστορία


Το λογοτεχνικό έργο μπορεί να αλλάξει τη ροή της Ιστορίας ενώ η Ιστορία μπορεί μόνο να καταγράψει την ροή της κοινωνικής πραγματικότητας.
Παράδειγμα το έργο του Φλωμπέρ "Μανταμ ντε Μποβαρύ" που μία τεχνική του ο "ελεύθερος πλάγιος λόγος" προκάλεσε επανάσταση και οδήγησε τον συγγραφέα στο εδώλιο του κατηγορουμένου πυροδοτώντας κριτική για την τότε κοινωνική πραγματικότητα.



Η "Μανταμ Μποβαρύ¨" γράφτηκε το 1857 και μίλησε καθαρά για την ηθική της κοινωνίας. Αρνήθηκε την συμμετοχή της στην σιωπηλή άρνηση της σεξουαλικότητας της γυναίκας. Μίλησε για επιθυμίες και για ηδονή.
Η νουβέλα αυτή του Φλωμπέρ έγινε η έμπνευση για την Άννα Καρένινα του Τολστόι και για την Έφη Μπριστ του Τέοντορ Φοντάνε. Η Ευρώπη αρχίζει να μιλάει για τον έρωτα, την θέση της γυναίκας, την υποκρισία της αστικής τάξης, την εμπορευματοποίηση του γάμου.
Η Ιστορία τότε παράλληλα καταγράφει την κρίση της κοινωνίας 1857-1858, την ανάπτυξη του εργατικού κινήματος στην Αγγλία, τη Γαλλία καί τη Γερμανία , την ανάπτυξη του καπιταλισμού, τον εμφύλιο πόλεμος στην Αμερική, την κρίση της βαμβακουργίας, την πολωνική εξέγερση - την ίδρυση της Πρώτης Διεθνούς και τον ρόλο του Μαρξ καθώς και την ιδρυτική διακήρυξη. Απλή καταγραφή γεγονότων χωρίς συμπεράσματα.
Ο αναγνώστης καλείται να αναμίξει την σύγχρονη με την μη σύγχρονη τομή της ιστορίας και να δώσει με την δική του ανάγνωση την ιστορικότητα του έργου και της εποχής ως μέρος ο ίδιος της πραγματικότητας αλλά και ως αισθητικός απονεμητής αξίας.

Η Κασσιανή, η Σαλώμη και το ερωτικό πάθος των βασιλέων!





«Ὡς ἂρα διά γυναικός ἐῤῥρύη τὰ φαῦλα»

Τισιάνο "Σαλώμη"

της Νότας Χρυσίνα

Η Κασσιανή απάντησε στον αυτοκράτορα Θεόφιλο «Ἀλλά καὶ διά γυναικός πηγάζει τά κρείττω» «Και από μία γυναίκα [ήρθαν στον κόσμο] τα καλά [πράγματα]». Ο αυτοκράτορας Θεόφιλος θα πρόσφερε το "χρυσό μήλο" στην μελλοντική γυναίκα του την οποία αναζητούσε ανάμεσα στις πριγκιποπούλες της αυτοκρατορίας όταν συνάντησε την όμορφη Κασσιανή και έγινε μεταξύ τους η σύντομη στιχομυθία, την οποία έγραψα παραπάνω. Ο εγωισμός του Θεόφιλου τον οδήγησε να επιλέξει μία άλλη γυναίκα για σύζυγό του ωστόσο αργότερα αναζήτησε την Κασσιανή η οποία είχε επιλέξει την ζωή της μοναχής και την συγγραφή ύμνων.
Η Σαλώμη, από την άλλη, κόρη του βασιλιά Φίλιππου Ηρώδη και της Ηρωδιάδας, χόρεψε τον σαγηνευτικό χορό μπροστά στον θείο της και αφού προκάλεσε το πάθος του ζήτησε από αυτόν τον τον αποκεφαλισμό του Ιωάννη του Προδρόμου.
Και οι δυο προκάλεσαν το πάθος σε βασιλιάδες οι οποίοι παρουσιάζονται ως εγωιστές και φαύλοι, έρμαια των παθών τους απέναντι σε δυο γυναίκες που διαφέρουν ως προς τις επιλογές τους. Η μία είναι αποφασιστική και θαρραλέα η άλλη είναι όργανο της διεφθαρμένης μητέρας της που εκπροσωπεί τον θεσμό της βασιλείας.
Εάν θέλουμε να ερμηνεύσουμε τις δυο ιστορίες πέρα από τον θρησκευτικό τους ρόλο ως παράδειγμα ή παραβολή θα πρέπει να δούμε την ιστορική τους τοποθέτηση. Ο Θεόφιλος υπήρξε εικονομάχος και επί της βασιλείας του άνθησαν τα γράμματα και αναδύθηκαν σημαντικές προσωπικότητες όπως οι Ιωάννης Γραμματικός και Λέων ο Μαθηματικός. Σημαντική προσωπικότητα ήταν επίσης ο εικονολάτρης Μεθόδιος. Γνωστές είναι οι ίντριγκες για την ανάρριση στον αυτοκρατορικό θρόνο μεταξύ εκκλησίας και γόνων ή συγγενών αυτοκρατόρων αλλά και του στρατού.
Η Σαλώμη έζησε στο τέλος μια διεφθαρμένης αυτοκρατορίας της ρωμαικής, όπως παρουσιάζεται και μέσα από την ιστορία της, αλλά είναι η εποχή που στην περιοχή συγκρούονται οι ιουδαικές φατρίες και αναρριχάται μια νέα θρησκεία η οποία και θα επικρατήσει με αυτοκρατορικό διάταγμα γνωστό ως διάταγμα των Μεδιολάνων το 313 μ.Χ.
Το ερωτικό πάθος, λοιπόν, εκπροσωπεί μιά εξαιρετική πρόφαση για να επικρατήσουν πολιτικές, θρησκευτικές ή ακόμα και πολιτισμικές αρχές και τα θρησκευτικά κείμενα, κείμενα μεγάλης λογοτεχνικής αξίας, έπαιξαν και πρoπαγανδιστικό ρόλο όπως γενικότερα ολόκληρη η Τέχνη μέχρι τα χρόνια που διανύουμε όπου εδώ ο ρόλος της υπεισέρχεται στο υποσυνείδητό μας με μηχανισμούς που δεν γίνονται αντιληπτοί διότι είναι "παιδιά πολλών βασιλέων τα λόγια"παραφράζοντας τον ποιητή μας.

http://el.wikipedia.org/wiki/Εικονομαχία










Η ανοικείωση του μεταφραστή!




Paul Gauguin

Washerwomen (1888)

oil on burlap
The William S. Paley Collection, MoMA, NY

Η μετάφραση είναι μια μικρή Οδύσσεια που ο μεταφραστής καλείται να εκπληρώσει ώστε να φτάσει στον προορισμό του. Το μόνο κριτήριό του η αισθητική του με την ευρύτερη έννοια. Η αισθητική διαμορφώνεται μέσα από βαθιά και πολυετή μελέτη θεωρίας και κειμένων αλλά και από την εμπειρική προσέγγιση των κειμένων που "σε άρπαξαν από τον γιακά" δικά σου ή άλλων μεταφραστών. Στο τέλος το μόνο κριτήριο που σου απομένει είναι η πορεία από και προς την πραγμάτωση του στόχου σου. Ωστόσο, ο συγγραφέας θα παραμείνει πάντα ο άγνωστος Χ που θα περιμένει να ξανακατακτηθεί στο μέλλον από κάποιον άλλο μεταφραστή. Αυτή η νέα ματιά είναι χαρά και επιβεβαίωση όπως χαρά και επιβεβαίωση είναι και η οπτική που χαρίζει ο κάθε αναγνώστης στην μετάφρασή σου. Το δώρο των αναγνωστών στον μεταφραστή είναι η οικειοποίηση του κειμένου με πρωτοτυπία. Άλλωστε η επιτυχής ανοικείωση του μεταφραστή οδήγησε σε αυτήν. Ο τελικός αποδέκτης του κειμένου προσδίδει την αξία στην μετάφρασή σου και η επιτυχής αυτή επικοινωνία σε οδηγεί να πεις άξιζε που έκανα αυτήν την δουλειά!