Τρίτη, 23 Αυγούστου 2016

Για τη «Σχεδία» του Μιχάλη Μοδινού – γράφει η Νότα Χρυσίνα

Αναδημοσίευση από το Frear


Η Σχεδία του Μιχάλη Μοδινού (Καστανιώτη, 2011) συνεχίζει να συναρπάζει και να παραμένει επίκαιρη. Πρόκειται για ένα μυθιστόρημα που αναφέρεται στον διάσημο πίνακα-ορόσημο του ρομαντισμού του Ζαν-Λουί-Τεοντόρ Ζερικώ «Η Σχεδία της Μέδουσας», ωστόσο η κύρια πηγή έμπνευσης για να γραφτεί το βιβλίο υπήρξε ένα άλλο μυθιστόρημα. Όπως γράφει ο ίδιος ο συγγραφέας, στη Σημείωση στο τέλος του βιβλίου του, εμπνεύστηκε από το απολαυστικό βιβλίο του Τζούλιαν Μπαρνς Η ιστορία του Κόσμου σε 10 ½ κεφάλαια.
Ο πίνακας του Ζερικώ είναι πάντοτε το φόντο, αλλά ο Μοδινός τον χρησιμοποιεί ως πρόφαση, για να θέσει ουμανιστικά σύγχρονα ερωτήματα και προσπαθεί κυρίως να δώσει απάντηση στο καίριο και «βασανιστικό» ερώτημα που τίθεται στο πέμπτο κεφάλαιο του βιβλίου του Τζούλιαν Μπαρνς, που αναφέρεται στον πίνακα του Ζερικώ, «Πώς µια καταστροφή γίνεται τέχνη;». Ή καλύτερα ο Μοδινός χρησιμοποιεί και αυτό το ερώτημα, για να θέσει το ερώτημα στον αναγνώστη του «Τι είναι Τέχνη ή τι είναι Λογοτεχνία και αν χρειάζονται οι λογοτέχνες –ποιητές σε τόσο μίζερους καιρούς;», για να παραφράσω το γνωστό απόφθεγμα του Χαίλντερλιν.
                                             Φωτογραφία του Joel-Peter Witkin.
Ο αναγνώστης διαβάζει τον μυθοπλαστικό λόγο, ο οποίος πλέκεται με ιστορικά στοιχεία και διαφορετικά είδη πεζογραφίας που παραπέμπουν επίσης στην εποχή του ρομαντισμού, όπως το ημερολόγιο της κυρίας Ζεπαρντιέ αλλά και τα αφηγηματικά μέρη-εξομολογήσεις, και χωρίς να το καταλάβει έχει διατρέξει στοιχεία της ζωγραφικής του ρομαντισμού, έχει κάνει αναδρομή στο ιστορικό μυθιστόρημα και έχει μπει στο σύγχρονο μυθιστόρημα και την προβληματική του περιβάλλοντος καθώς και την αγωνία της εποχής μας για την καταστροφή της ποικιλίας των ειδών και των παρθένων περιοχών του πλανήτη.
Οι περιγραφές των τοπίων και των αγαθών είναι συναρπαστικές και παραπέμπουν σε πίνακες Ολλανδών ζωγράφων. Η φανερή αναφορά στον Βερμέερ δείχνει την αγάπη του συγγραφέα στη λεπτομέρεια αλλά και την περιπέτεια και την επιστήμη, όπως αποτυπώθηκε από αυτόν τον δεξιοτέχνη ζωγράφο.
To προτελευταίο κεφάλαιο θα μπορούσε να παρομοιαστεί με έναν καλπασμό αλόγου, καθώς η περιγραφή φτάνει στα όριά της και η ανθρώπινη αγωνία αλλά και σκληρότητα αγγίζει τη φρίκη. Ο άνθρωπος αγωνίζεται να επιβιώσει πάνω στη Σχεδία και γίνεται σχεδόν ζώο. Συνδυάζοντας την πηγή έμπνευσης του βιβλίου, το βιβλίο δηλαδή του Τζούλιαν Μπαρνς και τη διακειμενικότητα, φτάνουμε στην Κιβωτό του Νώε και τα ζώα τα οποία έσωσε από τον Κατακλυσμό επιλέγοντας να μη σώσει τις κάμπιες, οι οποίες παρουσιάζουν, στο βιβλίο του Μπαρνς, τη δική τους οπτική.
Ο Μοδινός στα βιβλία του «παίζει» με τον μύθο. Στη Σχεδία το όνομα του πίνακα που κυριαρχεί στο σκηνικό «Η Σχεδία της Μέδουσας» παραπέμπει στο μυθολογικό τέρας, την Μέδουσα, η οποία μεταμόρφωνε σε πέτρα όποιον την κοιτούσε.
                                 Έργο του Βanksy, εμπνευσμένο από τον Ζερικώ.
Ο ευφυής τρόπος που χωρίζονται τα κεφάλαια σε ημερολόγιο της κυρίας Ζεπαρντιέ και σε κεφάλαια που φιλοδοξούν να παρουσιάσουν τα πιθανά προσχέδια του πίνακα, τα οποία ονομάζονται «Τι δεν ζωγράφισε ο Ζερικώ», βοηθούν την ιστορία να ξετυλίγεται, καλύπτοντας κενά της αφήγησης και δένοντας σφιχτά την πλοκή.
Στο μυθιστόρημα παρουσιάζεται έμμεσα η σύγκρουση του νεοκλασικισμού και του ρομαντισμού καθώς και οι ιδέες των Διαφωτιστών και η διάδοσή τους από τους αποικιοκράτες. Η Λογική σε σχέση με την Ευαισθησία, η Επιστήμη σε σχέση με την Φύση. Ποια τα όριά τους; Όπως έγραψα ήδη, ο Μοδινός θέτει τα ερωτήματα προσπαθώντας να απαντήσει με τη γραφή του, το μόνο όπλο που διαθέτει. Παραθέτοντας τι δεν ζωγράφισε ο Ζερικώ υπονοεί πως δεν υπάρχει μία απάντηση στα ζέοντα ερωτήματα που θέτει ο άνθρωπος και φυσικά υπάρχουν πολλές οπτικές που νομιμοποιούνται από τη θέση που παίρνει κάποιος απέναντι στα φλέγοντα θέματα.
Θίγεται το θέμα της εκμετάλλευσης του ανθρώπου από άνθρωπο και εμμέσως και το ταξικό ζήτημα, καθώς οι επιβάτες του πλοίου είναι αριστοκράτες και υπάρχουν δούλοι όπως ο μαύρος υπηρέτης της κυρίας Ζεπαρντιέ, με τον οποίο διατηρεί ένα συναισθηματικό δέσιμο καθώς τον μεγάλωσε, αλλά και η απεικόνιση των μαύρων και των απλών ανθρώπων πάνω στη «Σχεδία» από τον Ζερικώ, γεγονός που αποτελούσε επανάσταση για τα δεδομένα της εποχής.

Τέλος, θέλω να αναφερθώ στη διακειμενικότητα, τη συνομιλία του βιβλίου με άλλα βιβλία, όπως οΡοβινσώνας Κρούσος του Νταφόε αλλά και η Χρυσή Ακτή του ίδιου του Μοδινού, και να κλείσω την ανάγνωσή μου με ένα μικρό απόσπασμα από τον Ζέμπαλντ στην Φυσική Ιστορία της Καταστροφής, το οποίο παραθέτει ο συγγραφέας ως προμετωπίδα: «…κάθε ενσώματο αντικείμενο σμιλεύεται πιο έντονα στο συγκεχυμένο σύνορο ανάμεσα στο αντιληπτό και το υπερβατικό. Μια τέτοια εγγύτητα προς τον νεκρό, υποκινούμενη από τη θέληση για γνώση, και υπαινισσόμενη ταυτόχρονα μια λιβιδική επένδυση του κακοποιημένου αντικειμένου, γεννά την υποψία ότι η εκτέλεση ενός έργου ζωγραφικής όπως εκείνης του Ζερικώ- τον οποίο ο Βάις θεωρεί πρότυπο μιας λογοτεχνικής άσκησης που συνυπογράφει και ο ίδιος- ισοδυναμεί σε τελευταία ανάλυση με την προσπάθεια ενός ατόμου, τρομοκρατημένου από την πραγματικότητα της ανθρώπινης ζωής, να προκαλέσει τον ίδιο του τον θάνατο…».
[Πρώτη δημοσίευση στο ηλεκτρονικό Φρέαρ.]

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου