Τετάρτη 16 Δεκεμβρίου 2015

"ΤΟ ΑΣΠΡΟ ΡΑΣΟ" του Γιώργη Μαρκάκη




ΤΟ ΑΣΠΡΟ ΡΑΣΟ

Γιώργη Μαρκάκη

Έκδοση Μουσείου ‘’Λυχνοστάτης’’



Γράφει η Ρένα Πετροπούλου- Κουντούρη

Καθώς στέκομαι με το βλέμμα καρφιτσωμένο στο εξώφυλλο ενός ακόμα βιβλίου, ενός καθόλου τυχαίου βιβλίου , με τα μάτια υγρά από την έντονη αναμόχλευση βαθιά κρυμμένων συναισθημάτων που μου προξένησε η απολαυστική του ανάγνωση, έμπλεα θαλπωρής από τη ζεστή αγκαλιά του, μια φωνή εσωτερική μου ψιθυρίζει πώς ο καθένας από μας είναι πράγματι, -όπως έχουν κάποιοι ήδη αποφανθεί-, δημιούργημα των αναγνωσμάτων του. Των ηρώων που του έμαθαν τη ζωή, των στίχων που έντυσαν τα καρδιοχτύπια του, των εννοιών που κουβάλησαν τα φορτία των  αναζητήσεων του,
του γραπτού λόγου που του έμαθε να βλέπει και να περιγράφει τον κόσμο.

Μέσα από μια περίπλοκη διαδικασία της αναπαράστασης της ζωής, εμπιστευόμαστε κι ακουμπάμε την ελπίδα μας στον εκάστοτε συγγραφέα για ένα ακόμα ραντεβού με το φως και τη γνώση. Σκεφτείτε μόνο το αναντικατάστατο παιχνίδι της γλώσσας με τη φαντασία, την απαράμιλλη γοητεία του να πλέουν εικόνες στο χαρτί , τη δράση που ταξιδεύει χωρίς διαβατήριο μέσα μας, το στιβαρό χέρι που σου γραπώνει την καρδιά, ανοίγει την κάνουλα των δακρύων, σου δένει κόμπο το στομάχι, συσπά τους μυς του προσώπου σου, σε φορτώνει ανήσυχα όνειρα και προβληματισμούς , ή σου δίνει τόση χαρά που μπορεί να σε κάνει ακόμα και να τραγουδάς στο δρόμο.

Διαβάζοντας λοιπόν το βιβλίο ‘’Άσπρο ράσο’’ του γνωστού οφθαλμιάτρου και λογοτέχνη Γιώργη Μαρκάκη, εισέπραξα όλα τα παραπάνω, πράγμα που τ’ ομολογώ μου συμβαίνει με ελάχιστα κείμενα, εισέπραξα τη μαγεία του γραπτού  λόγου σ’ όλο το μεγαλείο της.

Ο Γ. Μαρκάκης γεννήθηκε στη Σητεία, φοίτησε στο Βαρβάκειο και στη συνέχεια στην Ιατρική Σχολή του Πανεπιστημίου Αθηνών. Υπηρέτησε ως Ανθυπίατρος στα Τάγματα Προκαλύψεως και την Στρατιωτική Σχολή Ευελπίδων, ενώ διετέλεσε διευθυντής Οφθαλμολογικής κλινικής στο Ηράκλειο. Είναι επίκουρος καθηγητής Οφθαλμολογίας,  επίτιμος πρόεδρος της Οφθαλμολογικής Εταιρείας Κρήτης, μέλος της διεθνούς ενώσεως Ιατρών συγγραφέων, μέλος του λογοτεχνικού συνδέσμου Ηρακλείου, καθώς και ιδρυτής του Μουσείου παραδοσιακής ζωής και λαϊκού πολιτισμού Κρήτης’’ Λυχνοστάτης’’. Έχει γράψει τα βιβλία ’’Αναλαμπές σε σκοτεινό θάλαμο’’1983,’’Άνω Τελεία’’1986, ‘’ Όπως πέρυσι,  όπως και πάντα’’1997.

Το τέταρτο κατά σειράν βιβλίο του ’’Το Άσπρο Ράσο’’ περιλαμβάνει εικοσιέξι διηγήματα που βασίζονται –τα είκοσι από αυτά-σε πραγματικές ιστορίες παρμένες από την καθημερινότητα του γιατρού με τους αρρώστους, κατά την διάρκεια της σαρανταεπτάχρονης θητείας του στην άσκηση της μαχόμενης ιατρικής των προκεχωρημένων φυλακίων, μια πονεμένη θητεία στο ανθρώπινο χρέος– όπως ο ίδιος αποφαίνεται- ενώ τα υπόλοιπα  έξι κεφάλαια είναι εφευρήματα της φαντασίας του συγγραφέα  για να δώσει προφανώς στο κείμενο μυθιστορηματική διάσταση.
Ένας εξαιρετικά ευρηματικός τρόπος είναι αδιαμφισβήτητα η εισαγωγή , ένα από τα κατ’ εξοχήν δυνατά σημεία κάθε λογοτεχνικού έργου, που εντυπωσιάζει από τη πρώτη στιγμή τον αναγνώστη.

Ένας δεκαοκτάχρονος νέος καλείται να πάρει σημαντικές αποφάσεις όσον αφορά τον επαγγελματικό του προσανατολισμό ανάμεσα στην Ιατρική και τους Μηχανολόγους του Μετσόβιου Πολυτεχνείου, πράγμα το οποίο προβληματίζει αρκετά τον ίδιο αλλά κι τους γονείς του. Έπειτα από δική τους προτροπή επισκέπτεται το ‘’αρχονταρίκι’’, εξοχική κατοικία του γιατρού νονού του όπου φιλοξενείται για μερικές μέρες. Ο νονός του ενημερωμένος προφανώς από τους γονείς για το δίλημμα που αντιμετωπίζει ο ‘’φιλιότσος’’ του,  αφού του δίνει τις απαραίτητες συμβουλές , του εμφανίζει ένα φάκελο με την ονομασία ‘’Το άσπρο ράσο’’, (συγκινητικός και ευφυής ο παραλληλισμός της ιατρικής μπλούζας με το λιτό ένδυμα των ιερωμένων),  προτρέποντας τον να διαβάσει τις αληθινές ιστορίες που ο ίδιος έχει καταγράψει κατά τη διάρκεια της πολύχρονης ιατρικής του πορείας, σκοπεύοντας μ’ αυτό τον τρόπο να τον βοηθήσει να πάρει τη σωστή απόφαση για το μέλλον του.

Μέσα από μια συγκλονιστική παρέλαση μοναδικών περιστατικών που γίνονται ανεκτίμητα καθώς η γλαφυρή πένα του Γ. Μαρκάκη τα στιλβώνει με την πατίνα του πραγματικού και συνάμα του καθημερινού, του ανθρώπινου, συνθέτοντας με τη φρεσκάδα μιας εφηβείας ανθηρής, γεμάτης όνειρα, τόλμης και αναμφισβήτητης γοητείας την υπέρ έννοια της ανιδιοτελούς προσφοράς του ιατρού προς τον ασθενή, αυτή την βαθιά ανθρώπινη και ιερή σχέση , που στη σημερινή εποχή με την εμπορευματοποίηση της ιατρικής επιστήμης- βλέπε ‘’φακελάκι’’ -παύει δυστυχώς να υφίσταται .
Σταχυολογώ μόλις ένα μικρό μέρος από φράσεις –διαμάντια που ο συγγραφέας με τον αυθορμητισμό που του παρέχει η αγάπη  για τούτη την επιστήμη –λειτούργημα και τη δεδηλωμένη συγγραφική του ικανότητα συνθέτει με επιδεξιότητα, ευαισθησία και πάθος .
’’ Στα χέρια σου γιατρέ μου, στο Θεό και στα χέρια σου…. ‘’Πίστη, πάθος, λαχτάρα και τόλμη, όλα τα μπορούν σ’ αυτό τον κόσμο…Όταν η καρδιά το θέλει πολύ, το θαύμα είναι τόσο κοντά μας. Μες στα χέρια μας…’’Φράσεις δυνατές που φέρνουν στο νου ρήσεις από τον ‘’Αλχημιστή ‘’του Πάολο Κοέλο, καθώς καταγράφονται στο πρώτο διήγημα του βιβλίου
’’ Κομπολόγια και κομποσκοίνια ‘’ και αφορούν στον πρώτο άρρωστο του συγγραφέα, το Φωτεινιώ, μια μόνη, πάμφτωχη γυναίκα που ο νεαρός γιατρός θεραπεύει από βαρύτατο ίλιγγο .
Στο διήγημα ‘’Ο…μηλιγγίτης’’, διαβάζουμε για την έμμονη σκέψη, τη μονομανία ενός υπίατρου για τη συγκεκριμένη πάθηση που τελικά σώζει το στράτευμα από μια επιδημία μηνιγγίτιδας, αλλά τοποθετεί το νεαρό , τότε,  συγγραφέα σε θέση μελλοθάνατου, αφού τον υποχρεώνει να μεταβεί στο Λοιμωδών σαν ιατρός συνοδός του ασθενή που εξεδήλωσε το πρώτο κρούσμα.
‘’Στο ‘’Άσπρο ράσο ‘’ παρακολουθούμε την περίπτωση ενός αγρότη που χριστουγεννιάτικα φέρνει το παιδί του- ένα κωφάλαλο αγόρι με γλαύκωμα στο τελευταίο στάδιο και στα δυο μάτια με τη δυσοίωνη προοπτική της σίγουρης τύφλωσης,- στην ιδιωτ. Κλινική του συγγραφέα. ‘’Άσπρο ράσο’’ είναι η ιατρική μπλούζα που ‘’ανεπαισθήτως’’ μεταλλάσσεται κάθε φορά σε ράσο , -λειτούργημα γαρ μέγα η Ιατρική-μόνο που αντί για μαύρο είναι λευκό, ’’άσπρο ράσο’’ γιατί μια ζωή  ο σωστός γιατρός ’’επ’ αλλοτρίοισι ξυμφορήσι ιδίας καρπούται λύπας’’. ’’Γιατί το μόνιτορ μπορεί να καταγράφει ταχύτερα τον αριθμό των σφυγμών του αρρώστου, μα δεν είναι ανθρώπινο χέρι, που κρατά το σφυγμό και που ταυτόχρονα νοιώθει και την δική του καρδιά να πάλλεται μ’ αυτήν του αρρώστου. Και πάει να σπάσει στα 180, να λιποθυμήσει στα σαράντα, να σβήσει μαζί του όταν νοιώθει το σφυγμό να χάνεται κάτω από τ’ ακροδάχτυλά του.’’
Στο ‘’Τα μάτια έμειναν στυλωμένα’’ ΣΤΗ ‘’πόρτα’’, ανακαλύπτουμε με θλίψη τη δύναμη της νιότης που ευνουχίζεται απ’ τη συνήθεια. ‘’Έτσι ξεκινούν οι νέοι πάντα τη ζωή τους. Με όνειρα, μ’ ιδανικά, μ’ ανιδιοτέλεια. Και σιγά-σιγά η ζωή τους ψαλιδίζει τα φτερά . Κι η πτήση όλο χαμηλώνει…’’
Στο ‘’Έλεος γιατρέ μου’’,  (Ογδονταπεντάχρονος πρώην διοικητής του συγγραφέα ζητά μετά από σαράντα χρόνια την ιατρική του βοήθεια), συναινούμε στο ότι’’ Ο στρατός αρχίζει εκεί που τελειώνει η ανθρώπινη λογική. Κι η ανθρώπινη λογική τελειώνει εκεί που αρχίζει η ανθρώπινη ευαισθησία.’’
‘’Είχαμε μείνει στην ανθρωπιά, γιατρέ μου.’’
’’Συνάντησες την ομορφιά , στάσου , καμάρωσέ τη, συνάντησες την ανθρωπιά, σκύψε προσκύνησέ τη.’’
 ’’Εύρηκα’’. Η θριαμβευτική ανακάλυψη και αποκάλυψη μιας σπανιότατης και σοβαρότατης πάθησης του αγαπημένου καθηγητή του νεαρού γιατρού που μόλις είχε αποφοιτήσει από την ειδικότητα της Οφθαλμολογίας, στη Σητεία, έχει δυστυχώς τραγική κατάληξη).
Dum spiro spero,  (όσο αναπνέω ελπίζω) αλλά και Dum spero spiro. (Όσο ελπίζω αναπνέω).Ένας γιατρός δεν πρέπει να σκοτώνει ποτέ την ελπίδα .
 ‘’Την ελπίδα, αυτή τη θεϊκή πνοή , που όσο φυσάει μες στην καρδιά , τη ζωντανεύει και δίνει αξία στη ζωή.’’
‘’Κι εσύ Άι Γιώργη μου;’’(Η ευθύνη για το γυάλινο μάτι ενός παιδιού, αποτέλεσμα  εγκληματικής αμέλειας του πατέρα, φορτώνεται τελικά στον οφθαλμίατρο ), ‘’Σαββατόβραδα και πριγκηπέσσες’’( Ένα γαμήλιο ταξίδι που δεν πραγματοποιήθηκε ποτέ ή μάλλον βιώθηκε νοερά από μια θλιμμένη πριγκηπέσα- ασθενή μέσα από την οθόνη που πρόβαλλε έγχρωμες διαφάνειες από διάφορα μέρη της Ελλάδας, στην Οφθαλμ. Κλινική ένα μελαγχολικό Σαββατόβραδο).

Διατρέχω εν τάχη τα κείμενα, επειδή πιστεύω πως δεν πρέπει όλα ν’ αποκαλύπτονται και ν’ αφήνεται τελικά ο αναγνώστης να βγάλει τα δικά του συμπεράσματα: ’’Των λαγών η κατάρα’’ (Η απίστευτη ιστορία δυο αδελφών που χάνουν κι οι δυο την όρασή τους, ο ένας ηθελημένα).‘’Το μεγαλύτερο σχολειό στον κόσμο είν’ η αρρώστια’’.’’Το μπλε πουκάμισο’’(Το δαχτυλίδι της Παναγίας) που αναμφισβήτητα μαζί με το κορυφαίο ’’Μαρίας ανάμνηση’’ (διάγνωση κακοήθους όγκου στον εγκέφαλο σε 17χρονη κοπέλα)και ’’Τα… υπερτριάκοντα αργύρια’’(ιστορία ενός χανσενικού που όλοι του έκλειναν την πόρτα κατάμουτρα φοβούμενοι μια ήδη θεραπευμένη λέπρα), είναι, κατά τη γνώμη μου, από τα πιο δυνατά διηγήματα που έχουν γραφτεί ποτέ.

Ξαποσταίνω για λίγο στον ‘’Άρειο Πάγο’’ για να υποκλιθώ στη μαγεία, το μεγαλείο και τη μαστοριά της παραδοσιακής κρητικής μαντινάδας, ‘’μαντινάδα =γοργή σα χελιδόνι-σύντομη σαν ανάσα-αποτελεσματική σα σφαίρα’’, σταματώ ’’στο Μύλο’’  για να ψηλαφίσω με τρεμάμενη καρδιά τον μοναδικό ύμνο της συζυγικής αγάπης ενός μυλωνά προς την λατρεμένη του Ελένη,( υπάρχουν άραγε ακόμα τέτοιοι άντρες;), μαντινάδες που ο ερωτευμένος μυλωνάς έγραφε με κάρβουνο στους τοίχους του μύλου του κάθε χρόνο στη γιορτή της, και που ο συγγραφέας διέσωσε και στέγασε την ευωδιά τους και την αγνότητα του πάθους τους στο λαογραφικό μουσείο του ‘’Λυχνοστάτης’’, στη Χερσόνησο της Κρήτης ,  μουσείο της Πέτρας και της Μαντινάδας.

Αφήνω για το τέλος  ‘’Τα πρώτα ρόδα του Μαγιού’’(Η απέραντη ευγνωμοσύνη ενός ασθενή προς τον γιατρό που του έδωσε πίσω το φως του,  μεταφράζεται στην ετήσια προσφορά μιας ανθοδέσμης με τα πρώτα ρόδα του Μαγιού από την αυλή του , για πάνω από δεκαοχτώ χρόνια.) ‘’Κι όσο θα ζω θα ‘ σου ‘ρχομαι το Μάη με τα ρόδα ’’κι  έρχομαι στον επίλογο ‘’Και γράψε…’’(Γιατρός ψυχών . Πρώτα η θεραπεία της ψυχής και μετά τα φάρμακα.)’’Μόνο έναν γιατρό  κοιτάζουν μέσα στα μάτια μ’ ευγνωμοσύνη, σα Γιατρό Ψυχών. Τον Μηχανικό μόνο τον πληρώνουν…’’

Ο συγγραφέας -ποιητής  ξεκλειδώνει τα μυστικά της δύναμης που έχει το φως όταν γίνεται ακτίνα, όταν πέφτει σε φωτοευαίσθητες περιοχές και στιγματίζει την επιφάνειά τους .Ο Γ. Μαρκάκης  παραθέτοντας σοφές και σωστά δομημένες εναλλαγές στην αφήγηση, περιγράφει με αριστοτεχνική δεινότητα τις φιλοσοφικές συζητήσεις κι αναζητήσεις νονού-βαφτισιμιού ,οι οποίες είναι γραμμένες στο σύνολό τους με απέραντη ευαισθησία, οξυδερκή παρατήρηση, και με θησαυρισμένες στο μάκρος της ζωής γνώσεις , ενώ λειαίνοντας τις λεπτομέρειες και στήνοντας μπροστά στον αναγνώστη το ποίημα της οφειλής του γιατρού προς τον ασθενή (ιατρική βοήθεια και θεραπεία ψυχής) αλλά και του ασθενή προς τον γιατρό του( αιώνια ευγνωμοσύνη κι εμπιστοσύνη ), καταφέρνει επιδέξια να φέρει στο προσκήνιο όλο τον ανθρώπινο και πολιτιστικό πλούτο αυτής της  τόσο ιδιαίτερης σχέσης . 

Υπάρχει αλήθεια μεγαλύτερη και ιερότερη προσφορά αλλά και παράλληλα αμοιβή,  απ’ το να δώσεις πίσω το φως;
Θα ήταν παράλειψη όμως να μην αναφερθώ στις συνεχείς αναφορές στην λατρεία της φύσης, της θάλασσας, του ορίζοντα, και της πανέμορφης κρητικής γης και γλώσσας, -της γλώσσας του Βιτσέντζου Κορνάρου,  της μουσικότερης, της πλαστικότερης γλώσσας που μίλησαν ποτέ ανθρώπινα χείλη , κατά τον Γιώργο Σεφέρη. Σ’ αυτά τα κείμενα, τις μαντινάδες αλλά και τα ποιητικά αποσπάσματα  που αναφέρονται στο ‘’Αρχονταρίκι’’, στο σπίτι με το μύλο, στο σημαντικό δημιούργημa ενός σπουδαίου κι αγαπημένου ζευγαριού, -, το μουσείο ‘’Λυχνοστάτης’’ - όνειρο μιας ολόκληρης ζωής που ντύθηκε μ’ αλήθεια, για το οποίο είναι και θα πρέπει να είναι περήφανο το ζεύγος Γ. Μαρκάκη αφού μέσα του περικλείει και ανασταίνει όλο το μεγαλείο και τη συνέχεια της κρητικής παράδοσης-, ξεδιπλώνεται μπροστά μας  ένα από τα ωραιότερα τοπία της ψυχής του συγγραφέα . Εδώ ο Γ. Μαρκάκης,  ολοκληρωμένος πλέον λογοτέχνης και δεινός μάστορας του λόγου,  αναδεικνύει ολοζώντανα και καταθέτει απλόχερα,  την ίδια την ψυχή του.

Δεν είναι καθόλου τυχαίο , λοιπόν, που ’’Το Άσπρο Ράσο’’ επιλέχθηκε για να διδάσκεται ως κώδικας δεοντολογίας στην Ιατρική Σχολή του Πανεπιστημίου Κρήτης,  από τον πρύτανη Πανεπιστημίου Κρήτης κ. Γιάννη Παλλήκαρη και τον καθηγητή κ. Χρήστο Λιωνή.
.
Καλή συνέχεια σ’ έναν άνθρωπο που ευδοκίμησε να δει και να βιώσει πράγματα κι αξίες που ελάχιστοι αξιώνονται. Πραγμάτωσε τα όνειρά του μέσα από μια συνεχή προσφορά στον άρρωστο, στον συνάνθρωπο, στην κοινωνία, στην οικογένεια, στον Πολιτισμό.
Κλείνοντας του αφιερώνω με σεβασμό, θαυμασμό κι εκτίμηση δυο στίχους μου.
‘’Θυμήσου,
 θα’ ναι κρίμα απ’ τη ζωή αυτή να φύγεις,
δίχως ν’ αφήσεις πίσω σου σφραγίδα.
Θα’ ναι καλό να σε θυμούνται
για κάτι άριστο.
Τι θα’ ναι αυτό, εσύ θα κρίνεις.
Θυμήσου μόνο πως ,

όλοι από τις πράξεις μας
κρινόμαστε…


Ο Γιώργης Μαρκάκης γεννήθηκε στη Σητεία. Φοίτησε στο Βαρβάκειο και στη συνέχεια στην Ιατρική Σχολή του Πανεπιστημίου Αθηνών. Υπηρέτησε ως ανθυπίατρος στα τάγματα προκαλύψεως και στη στρατιωτική σχολή Ευελπίδων (1954-1958). Διευθυντής Οφθαλμολογικής Κλινικής (1961-1990) στο Ηράκλειο. Επίτιμος πρόεδρος της Οφθαλμολογικής Εταιρείας Κρήτης και Επίτιμο μέλος του Ομίλου Μελετητών της Ιστορίας της Οφθαλμολογίας. Μέλος της Διεθνούς Ενώσεως Ιατρών Συγγραφέων και του Λογοτεχνικού Συνδέσμου Ηρακλείου. Ιδρυτής του Μουσείου Παραδοσιακής Ζωής και Λαϊκού Πολιτισμού Κρήτης "Λυχνοστάτης". Ιδρυτικό μέλος του Μουσείου Ιστορίας της Ιατρικής του Πανεπιστημίου Κρήτης.


Τρίτη 8 Δεκεμβρίου 2015

Μια προσέγγιση στο αφήγημα της Χλόης Κουτσουμπέλη «Το ιερό δοχείο»



γράφει και επιμελείται η Διώνη Δημητριάδου*




Αν πρέπει να αναζητήσουμε τις ρίζες της στερεότυπης αντίληψης για τον ρόλο της γυναίκας, αν πιστεύουμε πως κάτω από την επιφανειακή ισότητα δικαιωμάτων υποκρύπτεται ένα παχύ στρώμα καθιερωμένων αντιλήψεων που χτίζει νοοτροπίες και καθυστερεί την ουσιαστική συμπόρευση των δύο φύλων στις κοινωνικές δομές, τότε θα ήταν φρόνιμο να ξαναδιαβάσουμε τα κείμενα εκείνα που με τον ιερό μανδύα της άνωθεν αλήθειας έχτισαν σταθερά μέσα στους αιώνες τα θεμέλια των ανισοτήτων. Σ’ ένα τέτοιο κείμενο ρίχνει το βλέμμα της η Χλόη Κουτσουμπέλη στο νέο της βιβλίο «Το ιερό δοχείο», και ξαναδιαβάζει την ιστορία του κατακλυσμού, του Νώε και της Κιβωτού με μια διαφορετική οπτική, με ένα παιχνίδι ανατροπής των δεδομένων της πανάρχαιας αυτής ιστορίας, την οποία συναντάμε με τις παραλλαγές της σε διάφορους πολιτισμούς και θρησκευτικές παραδόσεις, ως απότοκο της ανάμνησης μιας παγκόσμιας περιβαλλοντικής καταστροφής.
Με την παρέμβαση της λογοτεχνικής γραφής παρακολουθούμε την ιστορία της Κιβωτού που πλέει στον πλημμυρισμένο παλαιό κόσμο για να διασώσει τα όντα του πλανήτη και να οριοθετήσει την απαρχή ενός νέου κόσμου, αθώου των ανομιών του παλαιού. Φυσικά πρόκειται για παρέμβαση, με την άδεια που παίρνει κάθε φορά ο συγγραφέας, όταν θελήσει να αλλοιώσει τα παραδεδομένα. Έτσι εδώ έχουμε μια μικρή (καθόσον αφορά μόνο ένα πρόσωπο) διαφοροποίηση των ατόμων που επιβαίνουν στην κιβωτό μετά από τη θεϊκή απόφαση. Η γυναίκα του Νώε, η Εμζάρα, εγκαταλείφθηκε πίσω ως ανίκανη πλέον (λόγω ηλικίας) να τεκνοποιήσει, και στη θέση της ο Νώε επιβίβασε στη σωστική Κιβωτό του τη νεαρή Σιγκάλ, γεγονός που προξενεί τα εχθρικά συναισθήματα των υπολοίπων ανδρών και γυναικών. Πώς να συμβιβαστούν με την ιδέα αυτή οι γιοι της νόμιμης συζύγου του Νώε, πώς να δεχθούν οι νύφες του την παρουσία αυτής της νεαρής, προκλητικής, χυμώδους συντρόφου του πατριάρχη τους;
Το εύρημα της συγγραφέως να γράφει η νεαρή Σιγκάλ γράμματα στη γυναίκα του Νώε, μας επιτρέπει να διαβάζουμε μέσα σ’ αυτά την ψυχή της και τη σκέψη της, έτσι όπως μεταπηδά από την έκπληξη στην αμηχανία και έπειτα στην απόγνωση, ανακαλύπτοντας ότι η σωτηρία της είναι συνυφασμένη με την υποδούλωσή της στις ορέξεις του αρσενικού κυρίαρχου.
«Απόφαση του Θεού και του Νώε, αυτοί οι δύο άντρες παίρνουν τις αποφάσεις»
Στη συνείδηση της νεαρής γυναίκας η ταύτιση των δύο προσώπων είναι αυτονόητη, σ’ έναν κόσμο που δέχεται τη φυσική (όπως διακηρύττει) τάξη του ανώτερου αρσενικού και του κατώτερου θηλυκού, και όπως είναι αναμενόμενο κατασκευάζει αρσενικό και το πρόσωπο του θεού που διαφυλάσσει αυτή την τάξη.
Ο ρόλος της γυναίκας που ακολουθεί ως νέα σύντροφος τον Νώε είναι προδιαγεγραμμένος. Θα τεκνοποιήσει, θα είναι το ιερό δοχείο που θα φέρει στον νέο κόσμο την ελπίδα της ανανέωσης, της νέας ηθικής πάνω στα συντρίμμια όλων των παλαιών που πια κρίθηκαν ανάξια διαιώνισης.
Άλλωστε αυτό συνάδει απολύτως με την κοινή αντίληψη:
«Σκέφτομαι και φαντάζομαι πολλά, αλλά δεν τα λέω στον Νώε, τα θεωρεί χαζά και με αποπαίρνει. Δεν του αρέσει η φαντασία στη γυναίκα. Ο Θεός δεν την προόρισε ούτε να φαντάζεται, ούτε να σκέφτεται πολύ, λέει. Αυτό είναι δουλειά του άντρα. Η γυναίκα είναι πλασμένη για να κυοφορήσει την νέα ζωή, αυτό είναι το αξιοθαύμαστο έργο, που έχει να επιτελέσει σ’ αυτή την γη.»
Έρχεται, έτσι, αναπόφευκτα στο μυαλό μας η ωφελιμιστική έννοια της χρησιμότητας, η οποία με την αλάνθαστη λογική της επιλέγει και διακρίνει τους χρήσιμους από τους άχρηστους. Υπό αυτή την έννοια ακριβώς η υπερήλικη γυναίκα του Νώε ήταν καταδικασμένη να πνιγεί, όταν τα νερά θα κατέκλυζαν τον κόσμο, και στη θέση της φυσικώ τω τρόπω θα σωζόταν η νέα και σφριγηλή δεκαοχτάχρονη Σιγκάλ. Ο παλαιός κόσμος έχει ξεκαθαρίσει τους λογαριασμούς του με τις ενοχές. Το χρήσιμο καθίσταται και ιερό. Μια αντίληψη που βιωματικά σαρώνει τις όποιες αμφιβολίες τρέφει ωστόσο και η γυναίκα του κόσμου αυτού:

«Για πρώτη φορά δίπλα σ’ αυτόν τον άντρα νιώθω χρήσιμη και σημαντική
Όταν μετά το υδάτινο ταξίδι των σαράντα ημερών η Κιβωτός θα βρει στέρεο έδαφος και θα αρχίσει η ζωή να κυλάει πάλι φυσιολογικά, τι αλήθεια περιμένουμε να δούμε; Υπάρχει περίπτωση με τα παλαιά υλικά να χτιστεί το καινούργιο; Πόσο σταθερές μείναν οι αντιλήψεις των ανθρώπων; Ο νέος κόσμος χτίζεται στα ασφαλή χνάρια του παλαιού;

Η Χλόη Κουτσουμπέλη με το αφήγημά της μας πήγε πολύ παλιά, μας έδειξε τον αρχέγονο χαρακτήρα των στερεοτύπων, κυρίως εντόπισε τον ρόλο της ίδιας της γυναίκας στη διαιώνισή τους. Γατί, πώς μπορεί να αλλάξει αυτός ο κόσμος, αν αυτή δεν συνειδητοποιήσει πως η τάξη της ανισότητας συνιστά ακριβώς το αντίθετό της, δηλαδή την αταξία;
Μήπως μια αμυδρή ελπίδα διαφοροποίησης των δεδομένων αυτών συνιστά η απρόσμενη σιωπηλή “συνωμοσία” των γυναικών της Κιβωτού, σε μια καθοριστική στιγμή που όλα κρίνονται; Θα μπορούσε κάτω από αυτό το πρίσμα να θεωρηθεί ελπιδοφόρο το μήνυμα που προκύπτει από την ανάγνωση του βιβλίου; Ας μη μας διαφεύγει ότι η νεαρή Σιγκάλ καταφεύγει στη γηραιά προκάτοχό της σε μια πηγαία ανάγκη της να μιλήσει σε σύμμαχο-γυναίκα που μπορεί να την καταλάβει, κι ας μην την ακούει, κι ας μη διαβάσει ποτέ τις σκέψεις της.
Δεν είναι περίεργο που προκύπτουν όλα αυτά τα ερωτήματα μετά την ανάγνωση. Όταν η λογοτεχνία καταπιάνεται με τόσο στερεοτυπικές αντιλήψεις, ίσως δεν αρκεί η μυθοπλασία της για να φωτίσει τις σκοτεινές γωνίες. Πόσο περισσότερο, όταν αναμετριέται με έναν παμπάλαιο μύθο.
Δεν μπορεί να μείνει ασχολίαστος και ο τίτλος του αφηγήματος. Αυτό το ιερό δοχείο φτιάχνει αναπόφευκτα συνειρμό με το ιερό δισκοπότηρο της χριστιανικής παράδοσης,  που η αναζήτησή του συνιστά μια προσπάθεια του ανθρώπου να αναπλάσει τον κόσμο του μέσα από την ερμηνεία του μυστηριακού και υπερβατού, το οποίο συχνά ταυτίζεται με τη γυναικεία υπόσταση. Μια μετάδοση ζωής μέσω καταπάτησης του παλαιού και ανασύστασης του κόσμου. Μπορεί να είναι απλώς ένας συνειρμός που κι αυτός λογοτεχνική αδεία προκύπτει. Μπορεί και με τις συνδέσεις αυτές να πήγαν τα πράγματα λίγο πιο πέρα από αυτά που ίσως η συγγραφέας να ήθελε με τη γραφή της. Να προσμετρήσουμε κι αυτό το άνοιγμα της σκέψης στα θετικά του συγκεκριμένου έργου.
Οπωσδήποτε ένα πρωτότυπο στη σύλληψή του αφήγημα που μιλάει για τη διαχρονική μοίρα των ανθρώπων μέσα από την παλαιότερη ιστορία. Που συγκινεί με την παράλληλη μοίρα των δύο γυναικών, με τη μία να σώζεται υποδουλωμένη και την άλλη να χάνεται απελευθερωμένη. Ένα πολύ σύντομο στην έκτασή του γραπτό. Ίσα για να μας πει ότι αυτός ο κόσμος δεν αλλάζει. Κοινότοπο; Ίσως όχι, αν σκεφτούμε πως το πρώτο βήμα για την οποιαδήποτε αλλαγή είναι η συνειδητοποίηση της κατάστασης των πραγμάτων. Η λογοτεχνία επιτελεί κάποιο σημαντικό έργο, όταν μας καθιστά αυτή την πραγματικότητα σαφή.

Διώνη Δημητριάδου



Η Διώνη Δημητριάδου γεννήθηκε στη Θεσσαλονίκη αλλά κατοικεί στην Αθήνα. Σπούδασε ιστορία και αρχαιολογία και δίδαξε σε δημόσια λύκεια. Ασχολείται με τη συγγραφή και με την κριτική λογοτεχνίας. Βιβλία της κυκλοφορούν από τις εκδόσεις «Νοών». Συμμετείχε σε συλλογικές εκδόσεις (εκδόσεις Σιδέρης, Μικρές εκδόσεις, Διάνυσμα). Έχει στο διαδίκτυο το προσωπικό ιστολόγιο «Με ανοιχτά βιβλία»(http://meanoihtavivlia.blogspot.gr/2015/10/blog-post_24.html)


"Σχήμα δίκαιο" της Ευαγγελίας Πετρουγάκη

Γράφει η Ρένα Πετροπούλου Κουντούρη*





Σχήμα δίκαιο

Ευαγγελίας Πετρουγάκη


Εκδόσεις Γαβριηλίδη 2015


 Πρόκειται για το δεύτερο ποιητικό έργο της καλής ποιήτριας και φιλολόγου Ευαγγελίας Πετρουγάκη, αυτή τη φορά από τις εκδόσεις Γαβριηλίδη. Προηγήθηκε το ‘’Ενθύμιο φως’’ το 2009 (Εκδ. Ταξιδευτής).
Τα ποιήματα της νέας της συλλογής που φέρει τον τίτλο ’’Σχήμα δίκαιο’’,  διακρίνονται σε τέσσερις ενότητες: ‘’Του κύκλου τα αειθαλή’’, ‘’Ειλητάρια δέντρων’’, ‘’Carmina circularia’’ και ‘’Τα άλογα του χρόνου’’. Μέσα σ’ αυτή την τελευταία ενότητα συμπεριλαμβάνονται και δυο κύκλοι με χα’ι’κού(Πρόσκληση κήπου και Της Εδέμ ίχνος)Και μόνον οι περίτεχνοι και σοφά επιλεγμένοι τίτλοι των ενοτήτων  προκαλούν τη γέννηση εύγλωττων εικόνων στο μυαλό μας, προϊδεάζοντας μας ευχάριστα για τη συνέχεια. 

Στην πρώτη ενότητα με διάχυτο το αρχαϊκό στοιχείο, παρατηρούμε έντονη χρήση του μύθου, που βαδίζει σε αγαστή συμπόρευση κι αντίστιξη με τη σύγχρονη ιστορία. Εκεί  ανήκουν όσα ποιήματα συνομιλούν διιστορικά με εμβληματικά πρόσωπα του παρελθόντος , όπως το  ‘’Ένας σώφρων Αίας’’-από τα πλέον ενδιαφέροντα κομμάτια της συλλογής , με σαφείς αναφορές και παραλληλισμούς με τη σημερινή πολιτική πραγματικότητα και το κοινωνικό γίγνεσθαι-, ενώ παρακάτω
σε ρυθμική αφήγηση και ελεύθερη δομή ,συναντούμε μια καθόλα εμφανή ρηματική τέχνη, που συνομιλεί με τον αρχαίο κόσμο  αποτυπώνοντας αυτή  την «διαλεκτική» σχέση με εντυπωσιακή επιτυχία.
Γυναίκες στην πλειοψηφία , αθάνατες του μύθου και ιστορίας, που με τις πράξεις τους, με τα ίχνη της ζωής τους, όπως αναπτύχθηκαν μέσα στις πτυχές της , έγιναν σύμβολα που εμπνέουν και συγκινούν, μας καλούν ‘’σ’ ένα ταξίδι ονείρων πέρα από το δυνατό, πέρα απ’ το γνωρισμένο’’.(Κάρολος Μπωντλαίρ ’’Η φωνή’’ σε μτφ. Κ. Καρυωτάκη).
 ‘’Της απωλείας’’(Λαβύρινθος, Αριάδνη), ‘’Επιστροφή’’(Περσεφόνη) ποίημα προφανώς εμπνευσμένο από το περίφημο ψηφιδωτό που ανακαλύφθηκε πρόσφατα στην Αμφίπολη, ‘’Στην έρημο του πλήθους’’(Ισμήνη), ‘’Ιδαίος δάκτυλος’’(Θέτις, Ήφαιστος).

Ξεφυλλίζοντας στη συνέχεια  ανακαλύπτουμε και στις επόμενες ενότητες ότι  οι λέξεις της Ευαγγελίας Πετρουγάκη έχουν σώμα. Και δύναμη, παλμό. Είναι ψηφίδες παλίμψηστου φτιαγμένες από φύση, δέντρα , νερό, αέρα…ιστορία…

 ‘’Θεία πνοή Κυθήρεια
Στους βράχους ‘’sempre viva’’

…Ανθεκτικά αλλοτινά υλικά που μας πάνε πίσω , μοσχοβολούν αγιόκλημα , χωριό, πράσινο σαπούνι , αγνότητα...’’ Πώς να φορώ με την αυγή/σαν φύλλωμα τη θλίψη μου/προσμένοντας φθινόπωρο’’



Η ποιητική της ορχήστρα σχηματίζεται από την κλαγγή όπλων, σφυριών, σπαθιών κι αλυσίδων ’’Έτσι να τη χτυπάς τη μοίρα σου/σαν σίδερο στ’ αμόνι’’,  ‘’τόνοι ορείχαλκου αλαζονείας’’ ή ‘’σιβυλλικό απόηχο σα μέταλλο καμπάνας’’, βέλασμα προβάτων, χυμούς της γης ‘’άκου πως τρίζει μια ζωή του δέντρου στο τραπέζι σου’’ ενώ  εκρήξεις έξοχης περιγραφής ’’ένα λαθρόβιο ήχο παροξύτονο ανάμεσα στα δόντια μια πνοή, όσο η νηνεμία από δρεπανηφόρο ανεμοστρόβιλο’’…αποτυπώνουν μια γλώσσα που εντυπωσιάζει με τη μουσική της ακολουθία, το αποτύπωμα της έντασης , την αμεσότητα, και την πρωτοτυπία στη δομή της.
Κ ι β ω τ ό ς
Έτσι ήταν πάντα

σπίτι ανοιχτό
χωρίς πορτοπαράθυρα
και στέγη ουρανό.

Όταν βαρέθηκε να περιμένει

ανθρώπους
κάλεσε τα δέντρα μέσα του
να ριζώσουν.

Ύστερα ήρθαν τα πουλιά

χωρίς ιματισμό το φως
κι ένα αεράκι πρόθυμο
τα φύλλα να γυρίζει
μ΄ όλα τα άστεγα ποιήματα

(Από την ενότητα «Ειλητάρια δέντρων)
Η Ευαγγελία Πετρουγάκη προικίζει τους στίχους της με καθόλα τέλειες, ακριβείς, απρόβλεπτες λέξεις που αντλεί πότε από την Αρχαία Ελληνική Γραμματεία-παραφερνάλια ενός δεσμώτη κύκλου, χωρίς ψιμύθια, κερδοφόρο μάγμα κ.ά.-, πότε από εκκλησιαστικούς ύμνους-καρδιά νήφουσα, ειλητάριο, αγρυπνία, στάσιμο, μέγα έλεος- παράλληλα μ’ εκφραστικούς συνδυασμούς ανάλογους με τη βαρύτητα των καταστάσεων που επιτρέπουν την ποιητική πρόσληψη, –σέρνει το άγος μιας απόφασης ζωής -,ή αντίστοιχα με την απόλυτη απλότητα και τη δύναμη που εκείνη αποπνέει-Κι όμως σε κάθε δέντρο/ άλλο τραγούδι λέει ο άνεμος-.

Η ποιήτρια δεν διστάζει να δημιουργήσει και να ενσωματώσει στην ποίησή της ακόμα και σπαράγματα που αντλούνται από το δημοτικό τραγούδι-Εδώ χαϊδεύει το κλαδί/εκεί το ξεκορμίζει/κι αλλού τους νιόβγαλτους ανθούς/στο χώμα τους σκορπίζει/, ενώ κάνει την υπέρβαση με την παρθενική της εμφάνιση στη γιαπωνέζικη ποίηση με τριάντα τρία χαικού, τα οποία ακολουθούν την μακραίωνη παράδοση αυτών των λιλιπούτειων τρίστιχων ποιημάτων , υπακούουν στα αυστηρά πλαίσια του μέτρου των 5-7-5 συλλαβών, δίνουν αυτή την αίσθηση της στιγμής και παράγουν τρυφερές, μοναδικές εικόνεςκαθώς ενώνονται με τη φύση και την πνευματικότητα, δημιουργώντας ένα είδος ποιητικού ιμπρεσιονισμού.

Πρόσκληση κήπου
Σκορπά ο νοτιάς

λεμονανθούς θυσία
στο εφήμερο

Στ’ αγριόχορτα

νεογέννητος χρόνος

φιδοσέρνεται

Θρόισμα φύλλων

κουρασμένος άνεμος
σέρνει το βήμα

Στον κόρφο κρίνων

λιώνουν από έρωτα
οι μικρές ώρες


Καταβύθιση στο σκοτάδι της ανθρώπινης ύπαρξης και ταυτόχρονα ανάδυση στο φως, από μια ποιήτρια που ανακυκλώνει εύστοχα  και με μαεστρία ιστορικές μνήμες και όχι μόνον. Τις μάχεται, τις επικαλείται, τις αξιοποιεί. Η Ευαγγελία Πετρουγάκη αγαπάει βαθιά την περιπέτεια, αγαπάει τη γη, τη θάλασσα και τον καθαρό αέρα, τα ανθρώπινα πάθη, το λόγο- σε όλες του τις εκφάνσεις- και το πνεύμα. Αγαπάει τη ζωή. Αλλά, κυρίως, ξέρει να το εκφράζει. Γνωρίζει πώς να συνθέτει.

Με γερή δομή στην αρχιτεκτονική της ποιητικής αφήγησης, με θαυμαστές ανάσες φαντασίας, -συνέπεια ενδελεχούς μελέτης και περίσκεψης-, με ευφάνταστες γειώσεις που απογειώνουν, με εύγλωττους συμβολισμούς  που προκύπτουν τόσο φυσικά όπως το νερό, αναπαριστά το ένδον βίωμα και το καταθέτει. Η ποίηση της προκαλεί με την καθαρότητα της, επιδέχεται διάλογο, οι στίχοι της αναπνέουν…Επαληθεύονται με ψυχή.



*Η Ρένα Πετροπούλου Κουντούρη είναι ποιήτρια και συγγραφέας


Η Ευαγγελία Πετρουγάκη κατάγεται από τον Ευαγγελισμό του Δήμου Μινώα-Πεδιάδος και ζει στο Ηράκλεο Κρήτης. Σπούδασε στη Φιλοσοφική Σχολή του Παν|μίου Αθηνών και εργάστηκε ως φιλόλογος στη Μέση  Εκπαίδευση. Ποιήματά της έχουν δημοσιευτεί σε λογοτεχνικά περιοδικά και έχουν  περιληφθεί σε ποιητικές ανθολογίες. Μεταφρασμένα ποιήματά της υπάρχουν στην Ανθολογία “Έλληνες και Ούγγροι ποιητές των ημερών μας” BOYDAPEST, 2008. To 2009 εκδόθηκε η ποιητική της συλλογή ” Ενθύμιο Φως”, Αθήνα, εκδ. Ταξιδευτής.


*Η Ρένα Πετροπούλου - Κουντούρη είναι συγγραφέας-ποιήτρια.



Κυριακή 6 Δεκεμβρίου 2015

"Χόμερ και Λάνγκλεϋ",E. L. Doctorow

Πηγή: http://lesxianagnosisbiblioudegas.blogspot.gr/2014/02/e-l-doctorow.html


γράφει η Βιβή Γεωργαντοπούλου*


Η κυρία Ρομπιλό είναι καλή γυναίκα,αλλά είναι προτιμότερο να κοιτάει τη μαγειρική της,είπε ο Λάνγκλεϋ.Πώς μπορεί να προβεί σε οντολογικό διαχωρισμό τού μέσα και τού έξω;Με κριτήριο το αν μένεις στεγνός όταν βρέχει;Αν μένεις ζεστός όταν κάνει κρύο;Και στο κάτω κάτω τι μπορείς να πεις για το θέμα της στέγης,που να έχει κάποιο νόημα φιλοσοφικά;Το μέσα είναι το έξω και το έξω είναι το μέσα.Πες πως είναι ο αναπόδραστος κόσμος του Θεού.




Εξαιρετικό μυθιστόρημα βασισμένο σε μια περίεργη,αληθινή ιστορία και σε πρόσωπα που υπήρξαν,χωρίς να είναι αυτό το πρώτο βιβλίο που την αφηγείται,αδιαπραγμάτευτα εξαιρετικό,τόσο που φοβάσαι την λέξη εξαιρετικό και τη βαρύτατη σκιά της και αναζητάς μιαν άλλη λιγότερο βεβηλωμένη,για να γράψεις κι εσύ,ο πολύ μικρός,δυο τρεις αράδες.Οι λέξεις όμως,κι ας ξέρεις ή νομίζεις ότι ξέρεις αρκετές,φαίνονται πρόχειρες όταν,πολύ πριν κλείσεις το ολιγοσέλιδο βιβλίο,το "Χόμερ και Λάνγκλεϋ", έχεις ήδη βεβαιωθεί πως από τον συγγραφέα του,τον E.L. Doctorow έγιναν- παραδομένες στην απλότητά τους, αφημένες στην ησυχία τους- υλικά απαράμιλλης,λογοτεχνικής μαγείας, ανακατεμένες με τον πιο ήσυχο, αβίαστο,όμορφο, γλυκόπικρο, αμόλυντο από μανιέρες επίδειξης τρόπο, που λίγες φορές τον έχεις απολαύσει και σε ελάχιστους, σημερινούς συγγραφείς. 
Εξαιρετικό λοιπόν.Είναι η κοινότατη λέξη που καρφώνεται στο μυαλό από τις πρώτες σχεδόν σελίδες.Η ίδια λέξη που θεωρείς τελικά κατάλληλη αν και λίγη, όταν τελειώσεις το διάβασμα,αν θεωρήσουμε ότι η κατανόηση ενός τόσο λεπτεπίλεπτου βιβλίου σαν κι αυτό, προκύπτει από μια πρώτη ανάγνωση.
Ας την δεχτούμε όμως την λέξη.Και ας αρκεστούμε σε πέντε έξι αράδες εντυπώσεων,το πολύ, διότι αυτό το μυθιστόρημα μπορεί να υπονομευθεί από τις σχολαστικές αναλύσεις, καθώς από τα υλικά του έτσι καμωμένο ,απευθύνεται κυρίως στο συναίσθημα και μπορείς να το συζητήσεις, οπότε βρίσκεις συνεχώς κρυμμένα πράγματα μέσα του, μόνο με κάποιον που το έχει διαβάσει κι εκείνος.

Homer Lusk Collyer (1881-1947) διαπληκτισμός 
με την αστυνομία, 1939

Langley Wakeman Collyer 

(1885 – 1947)

Οι ήρωες βγαίνουν από τις σελίδες, ζωντανεύουν˙ο αφηγητής,ο τυφλός Χόμερ Κόλλυερ, πιάνει εξομολογητική κουβέντα με τον αναγνώστη και του εξιστορεί, πηγαίνοντας από το ένα στο άλλο, πως βρέθηκαν, εκείνος και ο αδερφός του ο Λάνγκλεϋ, μετά τον θάνατο των γονιών τους να ζουν οι δυο τους στο κάποτε γεμάτο συγγενείς και φίλους ,πολύβουο και πολυτελές πατρικό σπίτι της Πέμπτης Λεωφόρου,απέναντι από το Σέντραλ Παρκ της Νέας Υόρκης, απομονωμένοι πια εκούσια και μάλλον λυτρωτικά από τον έξω κόσμο συσσωρεύοντας -ο Λάνγκλεϋ με τετράγωνη και...λογικότατη τρέλα και επιμονή,ο Χόμερ μη φέρνοντάς του αντιρρήσεις ίσως εξαιτίας της τυφλότητάς του -τόνους και τόνους απίθανων πραγμάτων, που με τα χρόνια εξοστράκισαν το εναπομείναν προσωπικό μα και στοίβαξαν σε γωνιές τα θεωρούμενα χρήσιμα οικογενειακά έπιπλα, που αντικαταστάθηκαν από απερίγραπτα ρακοσυλλέγματα, τα οποία φράκαραν τα πάντα και φρίκαραν τους πάντες,όταν αυτή η μανία έγινε γνωστή,τι γνωστή,όταν έγινε θρύλος.

Χαρτιά ατελείωτα, βουνά από εφημερίδες,τόμοι νομικής, ιατρικής, μηχανολογίας,που ο Λάνγκλεϋ διαβάζει για να αντιμετωπίσει την καθημερινότητά τους και τα μέτωπα που ανοίγουν αγνοώντας τις αρχές, λογής βιβλία ως τα ταβάνια, ξεκοιλιασμένες μηχανές,πιάνα για τον Χόμερ που είναι μουσικός και γραφομηχανές Μπράιγ και συνήθεις,ένα ολόκληρο αυτοκίνητο Μodel T Ford, που όπως λέει ο Χόμερ-με καμάρι για τις ποικίλες πατέντες του ευφυούς Λάνγκλεϋ- τοποθετήθηκε σε περίοπτη θέση στο σαλόνι και παραλίγο να γίνει μια φοβερή γεννήτρια ρεύματος,που θα τους απάλλασσε δια παντός από τους λωποδύτες της Ηλεκτρικής εταιρίας αλλά φευ,έμβρυα σε πειραματικές γυάλες, αρβύλες,κράνη,στολές αγγαρείας που ευτυχώς φάνηκαν χρησιμότατες όταν τα ρούχα τους έλιωσαν και όχι μόνο ταίριαξαν μια χαρά στους Κόλλυερ αλλά χρησίμεψαν και στους ανέμελους, νεαρούς χίπηδες που μετά την αντιπολεμική τους διαδήλωση στο Πάρκο , βρήκαν φιλόξενο καταφύγιο στο τεράστιο εκκεντρικό σπίτι για κάμποσο καιρό και,και,και,ατελείωτα άλλα αντικείμενα σε ένα σπίτι αποθήκη απίθανων πραγμάτων και ακατάλυτων, από την απομόνωση των κατοίκων του, συναισθημάτων που εκείνοι ζώντας εντελώς ασυμβίβαστα και εκτός κανόνων καταφέρνουν και έχουν,θα πω εγώ.

Ο Ντοκτόροου αναπλάθει την ιστορία των εκκεντρικών αδελφών Κόλλυερ εστιάζοντας στο πως έζησαν ό,τι και όσο έζησαν και πάντα στον απόηχό του,εκείνον που έφτανε με κάποιο μαγικό,αδιευκρίνιστο τρόπο και διαπερνούσε την πόρτα και την ψυχή τους και τον ενδεχομένως ταραγμένο τους αλλά και μαζί τετράγωνο και ελεύθερο νου και όχι αν,πώς και πότε πέθαναν,ούτε στην ίδια την εμμονή τους καθ΄εαυτή να μαζεύουν μέσα στο σπίτι τους, μετατρέποντάς το σε παλιατζίδικο ή ρυπαρό σκραπατζίδικο,όλα αυτά τα σκουπίδια ή τα λογής προορισμένα να καταλήξουν ως τέτοια.

Ο Χόμερ είναι ο φαινομενικά πιο ευαίσθητος και λόγω της τυφλότητας ο πιο ευάλωτος κι έτσι εκείνος που αφηγείται τα καθέκαστα,όσα "βλέπει" με τις άλλες αισθήσεις,όσα νιώθει μέσα στο σκοτάδι του διατηρώντας για κάποια μέρη και για το σπίτι εικόνες απ΄αυτά πριν τυφλωθεί.Αφηγείται με χιούμορ,οξυδέρκεια, αυτοσαρκασμό, μπόλικη πίκρα μα και ωραία,παλαιομοδίτικη ευγένεια, ξεκινώντας από την παιδική τους ηλικία και καλύπτοντας μια χρονική έκταση πολλών δεκαετιών,με τρομακτικά πολιτικά και κοινωνικά γεγονότα να τους στιγματίζουν,τους δυο παγκόσμιους πολέμους,τις μικρές ή πιο μεγάλες οικονομικές κρίσεις,αλλά και τους χίπις και το κίνημά τους,την μετάβαση από τη μια τεχνολογική επίτευξη σε μιαν άλλη και άπειρα ακόμα,συναρτώντας ίσως και αλληγορικά την που μοιάζει αναίτια και τρελή συσσώρευση όλου αυτού του υλικού εντός του ανεξέλεγκτου πια σπιτιού τους με την συσσώρευση αρχικά και την έκρηξη,στην συνέχεια,των μεγάλων παγκόσμιων γεγονότων, που συνέβαιναν γύρω τους τρελά,καταιγιστικά,ξένα και οικεία, αφορώντας τους αλλά χωρίς και να τους αγγίζουν.
Από και στην αφήγηση του Χόμερ, που σε όλη της την διάρκεια η αγάπη κι ο θαυμασμός του για τον Λάνγκλεϋ δεν μειώνονται ούτε στιγμή,παρελαύνουν δεκάδες πρόσωπα,το ασταθές υπηρετικό προσωπικό-Γιαπωνέζοι,μαύροι,Τσέχες,Ιρλανδές,κανένα πρόβλημα,οι Κόλλυερ δεν έχουν τέτοια κολλήματα-συγγενείς του προσωπικού που δένονται με τους Κόλλυερ,ειδικά με τον Χόμερ και τσαχπίνες υπηρετριούλες που τα βρίσκουν ερωτικά μαζί του,μια σύζυγος-του αυστηρού Λάνγκλεϋ-που αντέχει ένα χρόνο και μετά την κάνει με ελαφρά πηδηματάκια, εκείνοι οι γλυκύτατοι χίπηδες,που μένουν και μαζί τους για λίγο,η μαθήτρια του Χόμερ που γίνεται μοναχή αργότερα και χάνεται κάπου στην Κεντρική Αμερική,νεανικός πλατωνικός έρωτας και των δυο αδελφών,η Ζακλίν Ρου που δεν θα σας πω τίποτα γι αυτήν,οι αστυνομικοί,οι γείτονες,οι περίεργοι,οι πυροσβέστες,ένας φριχτός μαφιόζος και οι μπράβοι του,δημοσιογράφοι-κοράκια,ε,τι,αυτοί θα έλειπαν, αλίμονο. 

Ο συγγραφέας δεν ξεγελιέται από τον αριθμητικό χρόνο επειδή η ιστορία που μας αφηγείται συνέβη όντως˙δεν προτάσσει την έρευνα που προφανώς έχει κάνει.Είτε ξέρει ο αναγνώστης ότι πρόκειται για μια αληθινή θρυλική αστική ιστορία της Νέας Υόρκης δυο εμβληματικών θετικά και αρνητικά τύπων στο μεταίχμιο δυο αιώνων είτε όχι ,αφήνεται στην αφηγητική μαγεία του Ντοκτόροου,που σε καμιά περίπτωση δεν κάνει ημερολογιακή,δημοσιογραφικής αντίληψης κάλυψη, καθώς δεν χωρίζει το κείμενό του σε κεφάλαια,δεν βάζει τίτλους, τίποτα πιασιάρικα κειμηλιακό δεν εμποδίζει τη ροή του και στην συνεχή μαγεία της αφήγησής του αφήνει με αξιοθαύμαστη συγγραφική διακριτικότητα το ποτάμι του λόγου του Χόμερ να κυλάει ήρεμα και σοφά.Ο E.L. Doctorow είναι περιέργως λιγότερο γνωστός στο εγχώριο βιβλιόφιλο κοινό από άλλους Αμερικανούς συγγραφείς,όμως (επαν)έρχεται, και πολύ χαίρομαι γι αυτό, στην επικαιρότητα των νέων τίτλων της χώρας με το "Χόμερ και Λάνγκλεϋ", μεταφρασμένο για τις εκδόσεις Πατάκη από την Μαργαρίτα Ζαχαριάδου.


Τον Ντοκτόροου νόμιζα ότι τον ξέρω από την "Στρατιά", μυθιστόρημα από τις εκδόσεις Πόλις,που είχα διαβάσει πριν ξεκινήσω το μπλογκ στο οποίο άρχισα νωρίς νωρίς τα διθυραμβικά γραψίματα για τη σύγχρονη λογοτεχνία των ΗΠΑ,έφαγα αναδρομικό κόλλημα με τον Μακ Κάρθυ,επαίνεσα δικαίως και κατ΄επανάληψη Έβερετ,Ροθ,Ντελίλο, Μόρρισον και λοιπούς ως το βαρύ τους πυροβολικό και διάβασα επίσης και πολλά άλλα, αξιολογότατα,που όμως δεν τα ξέρει ούτε ο εδώ εκδότης τους,που λέει ο λόγος, γράφοντας με ερασιτεχνικό, φυσικά,τι άλλο,πλην έντιμο τρόπο,πλείστα όσα θετικά σχόλια γι αυτά,εφόσον μου άρεσαν,εννοείται, ακόμα και για τους μεταφραστές ενίοτε, κρίνοντας ότι τους έπρεπε ξεχωριστή μνεία αλλά,και εκεί θέλω να καταλήξω,τον αληθινά σπουδαίο δημιουργό τον ξέχασα τελείως και κακώς.
Διαβάζοντας τώρα σκέφτομαι:στις αναφορές μας σε Αμερικανούς λογοτέχνες ας μην ξεχνάμε πια τον Ντοκτόροου. Δεν πρόκειται για κατάθεση προσωπικής προτίμησης προς ορισμένους Αμερικανούς συγγραφείς,η κλάση του χαμηλών τόνων E.L. Doctorow είναι εξίσου αποδεκτή από κοινό και βιβλιοκριτικούς, πράγμα πολύ εντυπωσιακό,διότι πόσες φορές πια συμπίπτουν αυτοί,που μονίμως βρίζονται και τρώγονται σαν τον σκύλο με την γάτα;

ΥΓ.Την αγορά του τώρα,που ακόμα λογίζεται σαν έκδοση νέα αλλά κυρίως την άμεση ανάγνωση του "Χόμερ και Λάνγκλεϋ" την χρωστάω στην Ε.Γ.τρομερή βιβλιόφιλη,που της έχω εμπιστοσύνη,που είναι τύπισσα εν γένει φοβερή και επιπλέον αποδείχτηκε και μεγίστης υπομονής οδηγός, αναρωτιέστε που κολλάει τώρα αυτό, αλλά δεν θα σας πω πια και όλα τα μυστικά μου!
Την ευχαριστώ πάντως δημοσίως,ξέρει εκείνη γιατί.