Παρασκευή, 28 Οκτωβρίου 2016

Μια άλλη ματιά

Πρώτη δημοσίευση:http://fractalart.gr/maxria-tis-lithis-mia-alli-matia/

Γράφει η Νότα Χρυσίνα //

Ρένα Πετροπούλου Κουντούρη 
«Η αγάπη είναι δύναμη», εκδ. Λιβάνη
(Β’ βιβλίο της τριλογίας «Η Μάχρια της Λήθης»)



Η Ρένα Πετροπούλου Κουντούρη, έμπειρη πεζογράφος και ποιήτρια, ξεκίνησε ένα φιλόδοξο εγχείρημα γράφοντας ένα τρίτομο μυθιστόρημα, του οποίου έχουν ήδη εκδοθεί τα δυό μέρη, με φόντο ιστορικά γεγονότα που εξελίσσονται σε δύο ηπείρους, την Ευρώπη και την Ασία, καλύπτοντας ικανό μέρος του τέλους του 19ου αιώνα. Το έργο της θα μπορούσε να χαρακτηριστεί ιστορικό μυθιστόρημα αλλά η Ιστορία χρησιμοποιείται ως δευτερεύουσα πηγή, περισσότερο σαν φόντο, θα  έλεγα, που ενισχύει την παρουσίαση των χαρακτήρων.* Ωστόσο, οι ιστορικές αναφορές είναι ακριβείς και οι λεπτομέρειες που παρατίθενται αξιοπρόσεκτες. Χωρίς να συνθέτουν ένα πλήρως δομημένο ιστορικό πλαίσιο, λειτουργούν ως κυλιόμενα σκηνικά πάνω στα οποία προβάλλονται οι ήρωες οι οποίοι πρωταγωνιστούν , αφ’ ενός μεν με μονολόγους σε πρωτοπρόσωπη αφήγηση , αφετέρου δε με την αξιοζήλευτη λεπτομερειακή περιγραφή τους.
Η ιστορία έρχεται να βοηθήσει τον μύθο που πλάθει η Ρένα Πετροπούλου Κουντούρη,  να τον διαμορφώσει, να τον πλουτίσει και να τον φωτίσει με την παλέτα της φαντασίας. Το δεύτερο μέρος της τριλογίας ‘’Η Μάχρια της Λήθης- Η αγάπη είναι δύναμη’’ είναι ένα έργο διεθνές, κοσμοπολίτικο με πληθώρα χαρακτήρων και δευτερευόντων ηρώων με ιδιαιτερότητες από τους τόπους καταγωγής τους (Μασσαλία, Βιέννη, Ναγκασάκι, Σαρδηνία)****, που τονίζουν την αυτόδηλη ομορφιά των τοπίων, αλλά και των ηθών και των εθίμων.
Προσωπικά θα χαρακτήριζα το μυθιστόρημα της ρεαλιστικό, κοινωνικό μυθιστόρημα,  καθώς γίνεται αναφορά στην άνοδο της αστικής τάξης και την απελευθέρωση της επιχειρηματικότητας, ωστόσο το κυρίαρχο στοιχείο της εμφάνισης των μαζικών εργατικών κινημάτων και οι συνθήκες εξαθλίωσης των πόλεων σχεδόν απουσιάζουν.** (Υπάρχουν όμως ταραχές που οφείλονται σε εξεγέρσεις, που αφορούν σε θρησκευτικά θέματα και ζητήματα ηθών).
Κοινωνικό δύναται να θεωρηθεί με την έννοια ότι εστιάζει περισσότερο στα ήθη και έθιμα της κοινωνίας της εποχής και ιδιαίτερα στην γυναίκα και τον τρόπο που αυτή διαμορφώνεται μέσα στα ασφυκτικά πλαίσια του κοινωνικού  περιβάλλοντος. Πώς παλεύει π.χ. μια γυναίκα να ανταπεξέλθει στους πολλαπλούς της ρόλους, κόρη, εγγονή, σύζυγος, μητέρα, πιστή (χριστιανή ή μουσουλμάνα),ερωμένη, υπηρέτρια, μέλος μιας κοινότητας κ.λ.π. ενώ ταυτόχρονα προσπαθεί να κρατήσει ένα κομμάτι της αδέσμευτο.
Το αφήγημα της θυμίζει ρεαλιστικά μυθιστορήματα του 19ου αιώνα και ειδικότερα την μυθοπλασία της βικτωριανής εποχής. ***Το λογοτεχνικό λεξικό θα χαρακτήριζε το μυθιστόρημα της Ρένας Πετροπούλου Κουντούρη μυθιστόρημα ηθών,**** ή μυθιστόρημα-ποταμό – (roman fleuve είναι ο γαλλικός όρος και σημαίνει το εκτενές και, συνήθως, πολύτομο μυθιστόρημα, που αναφέρεται σε μεγάλες περιόδους ξεπερνώντας τα όρια μιας γενιάς), αλλά λόγω και της πολυφωνικότητας του, είναι επί πλέον ένα ουσιαστικά ψυχολογικό μυθιστόρημα. (24 ήρωες κύριοι και δευτερεύοντες, εξιστορούν και εξομολογούνται σε πρωτοπρόσωπη αφήγηση τα πάθη και τα λάθη τους, ένα σπάνιο και δύσκολο είδος γραφής, που θυμίζει θεατρική πρόζα).
Αυτή την αμεσότητα που καταργεί τον διάμεσο συγγραφέα, τη στιγμή που ο ίδιος καθοδηγεί με μαεστρία τα πάντα, όντας κρυμμένος πίσω από την κουρτίνα της αφήγησης, την πετυχαίνει εντυπωσιακά η συγγραφέας. Το έργο διαθέτει επίσης στοιχεία παραμυθιού που ενισχύουν τις γοητευτικές περιγραφές παρασύροντας την φαντασία σε μια περισσότερο ενεργή συμμετοχή.
Στον δεύτερο τόμο «Η αγάπη είναι δύναμη» η ιστορία εκτυλίσσεται από το 1889 ως το 1893. Τα γεγονότα διαδραματίζονται στη Γαλλία, Αυστρία, την Σαρδηνία και στην Ιαπωνία. Οι λεπτομέρειες που παρουσιάζονται για τους τόπους τα ήθη, τα έθιμα αλλά και τα ρούχα, πάντοτε τα ρούχα, – καθώς η συγγραφέας είναι καθηγήτρια σχεδίου μόδας,-  καθιστούν τα μέρη ,τα αντικείμενα και τα ατμοσφαιρικά δρώμενα απολύτως ρεαλιστικά. Ο αναγνώστης ταξιδεύει μέσα στις χώρες κάθε νέου τόπου όπως στα παραμύθια με το περίτεχνο «χαλί» της αφήγησης .

Όπως πληροφορούμαστε από το οπισθόφυλλο, πρόκειται για ‘’ένα πολυφωνικό μυθιστόρημα που συνυφαίνει τις ιστορίες και τον αγώνα τριών διαφορετικών γυναικών, παγιδευμένων στις προκαταλήψεις της εποχής τους. Της μουσουλμάνας καλλιεργημένης Μάχρια, της αγρότισσας Ιταλίδας Αουρόρα και της Γιαπωνέζας γκέισας Γιούκι. Από το Οριάν εξπρές, την όπερα της Βιέννης, κλινικές αποτοξίνωσης σε Αυστριακά θέρετρα, μεγαλόπρεπα ξενοδοχεία και επαύλεις, μέχρι το ντιβάνι του Φρόυντ, από την απλή ζωή του Νότου και τα σκοτεινά βάθη της επιθυμίας, καλά κρυμμένα σ’ ένα ψαροχώρι κι ένα γυναικείο μοναστήρι της Σαρδηνίας, μέχρι την Ιαπωνία στα χρόνια της απώτατης μαγείας της Ανατολής, -μέσα από τους δρόμους του μεταξιού και του τσαγιού-, ο αναγνώστης ανακαλύπτει ένα έργο- ύμνο στην ακαταμάχητη δύναμη της αγάπης, τη μητρότητα, τη φιλία, την αφοσίωση, αλλά και τον θρησκευτικό φανατισμό, τις κοινωνικές συμβάσεις του 19ου αιώνα, την αρρώστια, το πένθος, τη σχέση με το χρόνο, το δικαίωμα στην ευτυχία. Μια κατάδυση στα βάραθρα της ανθρώπινης ψυχής , που εξαναγκάζεται να γνωρίσει τα έσχατα όρια της αντοχής της.’’
Η Ρένα Πετροπούλου Κουντούρη περιγράφει τις εικόνες της με την λεπτομέρεια των Φλαμανδών ζωγράφων της Αναγέννησης.***** Η επιμονή στη λεπτομέρεια χαρακτηρίζει όλο το έργο. Τα πρόσωπα, οι ενδυμασίες, τα ποτά, τα φαγητά, τα ιστορικά μνημεία, τα κτίρια, η φύση, αλλά και η ψυχογραφία των ηρώων περιγράφονται με φρεσκάδα και αμεσότητα. Σχεδιάζει την κάθε λεπτομέρεια, ζωντανεύει τον κάθε χαρακτήρα ξεχωριστά , εμφυσώντας του πνοή μέσα από την κίνηση, π.χ. μια φευγαλέα κίνηση του χεριού, ένα σπινθήρισμα των ματιών, ένα χαμόγελο:
Η Μιχριμπάν βρισκόταν ήδη στο σαλόνι και μας περίμενε. Τα καστανά μάτια της φωτίστηκαν απ’ το ολόγλυκο χαμόγελό της. Μόλις μ’ αντίκρυσε σηκώθηκε με εγκαρδιότητα για να με χαιρετήσει . Φορούσε ένα μακρύ, μωβ φόρεμα, που τόνιζε την ακόμα λυγερή μέση της, ενώ τρείς σειρές ολόλευκα μαργαριτάρια υπογράμμιζαν με τη λάμψη τους  τη μελαχρινή ομορφιά της.’’)

Το βασικό θέμα του μυθιστορήματος είναι η δύναμη της αγάπης. Η αγάπη είναι πανταχού παρούσα σε πολλές σχέσεις, κυριαρχεί με διαφορετικούς τρόπους ακόμη και σε ανθρώπους που δεν έχουν καμία σχέση συναισθηματική ή συγγενική , αλλά έσμιξαν οι δρόμοι τους κάποια στιγμή. Η αγάπη για τον άνθρωπο φανερώνεται ακόμη και με ένα βλέμμα ή ένα χάδι, ακόμη και με την σιωπή , όταν οι ερωτήσεις δεν έχουν απαντήσεις ή οι απαντήσεις είναι στο εσωτερικό τοπίο κάποιου που δεν είναι δικός μας χώρος:
(«…επικοινωνώ μόνο με την αδελφή Ανελίζε που μου φέρνει νερό, φαγητό, φροντίζει για την αγωγή και την καθαριότητά μου. Όλα τα δέχομαι παθητικά, άτονα, άχρωμα [...] Την αγαπώ αυτή την γυναίκα, μου θυμίζει την αγαπημένη μου Αϊντά, τη νιώθω φίλη. Γλυκιά διακριτική, δε μιλά δεν κάνει ερωτήσεις, μόνο μου δίνει αυτή την αγκαλιά, το χάδι και τη ζεστασιά που τόσο χρειάζομαι.»)
Οι χαρακτήρες περιγράφονται ρεαλιστικά  με σχεδίαση εξωτερικών γνωρισμάτων και εικόνας όπως σε πίνακα του Μπρέγκελ που απεικονίζει τον γάμο της χωριατοπούλας. Οι δευτερεύοντες χαρακτήρες έρχονται μπροστά στην σκηνή και μάς συστήνονται:
(«Η Αϊντά είναι μια γυναίκα κοντά στα σαράντα, κοντούλα, καλοθρεμμένη, γλωσσού, καπάτσα, αλλά πολύ συμπαθητική. Τα κόκκινα μάγουλά της και το σκούρο – από  φυσικού  της- δέρμα προδίδουν την αγροτική καταγωγή της. Μοσχοβολά ολόκληρη μπαχάρια, ιδιαίτερα κανέλα και μοσχοκάρφι, ενώ φρέσκο άρωμα λεβάντας ξεχύνεται απ” τα πεντακάθαρα ρούχα της.»)
Ο εσωτερικός κόσμος των χαρακτήρων δίνεται και αυτός μέσα από εικόνες σχεδόν κινηματογραφικές, καθώς ο φακός εστιάζει στο πρόσωπο του ήρωα:
(«Το ίδιο ενοχλητικό συναίσθημα ένιωθα και κατά τη διάρκεια του ξυρίσματος, με αποτέλεσμα να μην έχω σταθερό χέρι – ήταν θαύμα που δεν κόπηκα με το ξυράφι-, αλλά στη συνέχεια, ευτυχώς, δένοντας το σκούρο λαιμοδέτη μου και κουμπώνοντας το καινούριο -καφέ με μπεζ ρίγες – γιλέκο μου, η άσχημη διάθεση μ” εγκατέλειψε.»)
Ακόμη και ένας δευτερεύων χαρακτήρας ζωντανεύει μπροστά μας. Σηκώνεται όρθιος  στήνεται εμπρός μας και συστήνεται. «Ο Ερνέστο Μανιάτης ήταν μισός Ιταλός και μισός Έλληνας»:
(«Είχε φαρδείς ώμους, μεσογειακό πρόσωπο και ταμπεραμέντο, αετίσια μύτη, ζωηρά μάτια που σπίθιζαν από εξυπνάδα, πλατύ μέτωπο και μαύρα σπαστά μαλλιά. Ήταν έξω καρδιά, αγαπούσε το πιοτό και το καλαμπούρι, ενώ τα ζουμερά θηλυκά ήταν η αδυναμία του.»)
Οι τόποι είναι αληθοφανείς, τα πρόσωπα γυρίζουν το κεφάλι συνέχεια στον αναγνώστη και του απευθύνουν τον λόγο, όπως ο ηθοποιός στο αρχαίο δράμα, κάνοντάς τον συμμέτοχο και συνένοχο στην δράση, διότι το α’ πρόσωπο είναι ένα είδος εξομολόγησης. Ο αναγνώστης γίνεται κοινωνός μυστικών, που οι άλλοι χαρακτήρες αγνοούν. Η δημιουργός με αυτό το τέχνασμα δίνει δραματικότητα και ώθηση στην πλοκή.
Ο χρόνος-βασικό συστατικό της μυθοπλασίας της Ρένας Πετροπούλου, που με κομψά βήματα επανέρχεται, διατρέχοντας τις σελίδες, – διαγράφεται στην εικόνα ενός από τους βασικούς ανδρικούς χαρακτήρες, του θετού πατέρα της κεντρικής ηρωίδας, Καπετάν Σουκρού:
(«Τα μάγουλά του είχαν αρχίσει να στρογγυλεύουν και ν “αμβλύνουν τις κολακευτικές γωνίες των ζυγωματικών και της μύτης. Κατω από το πιγούνι, άρχιζε να διαγράφεται ένα προγούλι που πριν δεν υπήρχε. Μέσα σε λίγο διάστημα είχε αρχίσει κιόλας να γίνεται ορατή η φθορά.’’)
Το σκηνικό δομείται με στέρεα υλικά. Τα κτίρια, τα έπιπλα, οι κήποι,  τα αντικείμενα συμμετέχουν, αναπνέουν, κοσμούν το κείμενο, ευρισκόμενα σε ένα διαρκή διάλογο, θα έλεγε κανείς, με τους ήρωες. (» Το εντυπωσιακό κτίριο της βίλας «Ελυάν» βρισκόταν λίγα χιλιόμετρα έξω απ” την πόλη της Μασσαλίας [....] αριθμούσε δύο μεγάλα σαλόνια, γραφεία, βιβλιοθήκες, κρεβατοκάμαρες, βεράντες [...] Το μπορντό σαλόνι, όπου κάθονταν κυρίως η οικογένεια και οι φίλοι τους, απολαμβάνοντας το τσάι τους στους άνετους βελούδινους καναπέδες και τις σκαλιστές πολυθρόνες, περιέβαλλε ένας θαυμάσιος, όλο τζάμια εξώστης, γεμάτος γλάστρες από γαλλική και κινέζικη πορσελάνη με καταπράσινα φυτά, ορχιδέες, φτέρες και κλουβιά με καναρίνια.»)
Η φύση δημιουργεί δραστικά ένα ρομαντικό κλίμα καθώς την εποχή που εκτυλίσσεται η μυθιστορία , κυρίαρχο ρεύμα είναι ο ρομαντισμός με στοιχεία λυρικά. Η παρακάτω περιγραφή θυμίζει ταινία του Ταρκόφσκι: («Περπάτησα σκεφτικός πάνω στους χαλικόστρωτους διαδρόμους, ώσπου βρήκα ένα λευκό παγκάκι νοτισμένο απ” την υγρασία, στο βάθος του κήπου. Το σκούπισα πρόχειρα με το μαντίλι μου και κάθισα. Ευτυχώς σήμερα ούτε έβρεχε ούτε χιόνιζε. Απλά το κρύο παρέμενε τσουχτερό. Ανέπνευσα τον κρύο, καθαρό αέρα που ερχόταν απ” τα αυστριακά βουνά Νορντκέτε κι ατένισα τις σειρές των βελανιδιών και των καστανιών που, πελώριες, περήφανες και γυμνές απ” τα φύλλα τους, αγκάλιαζαν σε συστάδες τον παγωμένο κήπο.»)

Η Ρένα Πετροπούλου Κουντούρη στοχάζεται συχνά πάνω στις σχέσεις και την ίδια τη ζωή, μεταφέροντας με γλαφυρή παραστατικότητα το απόσταγμα των εμπειριών της στις σκέψεις των ηρώων της:
(«Τόσο η Μιχριμπάν όσο και ο καπετάνιος έχουν εκτιμήσει τη δουλειά αλλά κυρίως την αφοσίωση της πιστής τους Αϊντά, ώστε αναπτύχθηκαν μεταξύ τους τέτοιοι δεσμοί, που κανείς τους δεν μπορούσε να υποπτευθεί. Οι δεσμοί των αληθινών πραγμάτων, που είναι υπεράνω χρημάτων ή κοινωνικών τάξεων.»)
Ωστόσο κάτι που αξίζει να τονιστεί, -γιατί ουσιαστικά αυτό το στοιχείο χαρακτηρίζει και χρήζει τον συγγραφέα-, είναι η γλώσσα. Και εδώ θα δανειστώ τα λόγια του φιλόλογου και ποιητή Δημήτρη Περοδασκαλάκη από την εξαιρετική εισήγησή του για το πρώτο βιβλίο της τριλογίας, που ισχύουν ωστόσο και για το δεύτερο.’’ Υπό την έννοια αυτή, της εύλογης δηλαδή συστοιχίας ανάμεσα στο ήθος και τη γλώσσα χρησιμοποιείται η κρητική διάλεκτος, οι τούρκικες λέξεις, τα φράγκικα και κοσμοπολίτικα γλωσσήματα, οι ποιητικές περιγραφές της φύσης (ας μην ξεχνάμε τη θητεία της συγγραφέως στην ποίηση), ο ιστορικός και ο μαγικός –ανατολίτικος, θα έλεγα, ρεαλισμός, όπου χρειάζεται. Έτσι συντίθεται ένας καλοδουλεμένος, με την ακρίβεια χειροτεχνήματος, κεντημένος στην οξυμμένη γλωσσική ευαισθησία και καλλιέργεια της Ρένας Πετροπούλου λόγος που ρέει πλούσιος και απρόσκοπτα στο εύρος της αφήγησης.’’
Έτσι οι ήρωες του 19ου αιώνα δεν υπάρχουν απλώς στο κείμενο. Είναι ολοζώντανοι, χάρις στην εικονοπλαστική δύναμη της πένας της συγγραφέως . Αναπνέουν, μιλούν, μαγειρεύουν φαγητά που ευωδιάζουν διά της γλώσσας, φορούν φορέματα και κοσμήματα που μπορείς να αγγίξεις, ζουν σε επαύλεις, ή μοναστήρια, απλά σπίτια του Νότου ή στενά λιτά δωμάτια, βιώνοντας  πάθη, ίντριγκες, εμμονές, αγωνίες, τραγικά γεγονότα αλλά και την πανταχού παρούσα δύναμη της αγάπης που γιατρεύει, ιερουργεί και εξυψώνει τα πάντα, ’’είναι αυτή που κινεί το Σύμπαν ολόκληρο’’…
Η Ρένα Πετροπούλου Κουντούρη τόσο στο πρώτο βιβλίο της τριλογίας της ‘’Η Μάχρια της Λήθης’’, όσο και στο δεύτερο ‘’Η αγάπη είναι δύναμη’’ δημιουργεί και αποδίδει με άνεση τόσο ως γλώσσα, όσο και ως σύλληψη, ένα στέρεο και ενδιαφέροντα κόσμο, τον κόσμο του 19ου αιώνα, που εκτείνεται και επεκτείνεται σε τρία μέτωπα και δυο ηπείρους,  με αληθοφάνεια και έμπνευση, αποδίδοντας αριστοτεχνικά μια θαυμαστή και ευφάνταστη μυθιστορία. Με αυτό το φιλόδοξο και πολύπλευρο μυθιστόρημα, το δέκατο έβδομο βιβλίο της , αναδεικνύεται ως μια τις πλέον ενδιαφέρουσες σύγχρονες λογοτεχνικές φωνές στην χώρα μας. Ανυπομονούμε για τη συνέχεια.

Η Νότα Χρυσίνα είναι μεταφράστρια, πολιτισμολόγος


_________________________________
ΠΗΓΕΣ
*** Το ρεαλιστικό μυθιστόρημα( realistic novel)  θεωρείται η απόπειρα της μυθοπλασίας να δώσει την εντύπωση του ρεαλισμού, αναπαριστώντας σύνθετους χαρακτήρες με ανάμεικτα κίνητρα, προερχόμενους από μια ορισμένη κοινωνική τάξη, που λειτουργούν σε μια ανεπτυγμένη κοινωνική δομή, αλληλεπιδρούν με άλλους χαρακτήρες και ζουν αληθοφανείς, καθημερινές εμπειρίες. Αυτός ο μυθιστορηματικός τρόπος, που  έχει τις ρίζες του σε συγγραφείς του 18ου αιώνα όπως ο Defoe και ο Fielding, καλλιεργήθηκε ιδιαίτερα από τους δεξιοτέχνες μυθιστοριογράφους του 19ου αιώνα, στους οποίους συγκαταλέγονται η Jane Austen, η George Eliot, ο Anthony Trollope [...] και οι  Balzac και Flaubert στην Γαλλία. ( ΑΒRΑΜS Μ.Η., Λεξικό Λογοτεχνικών όρων, μτφρ. Γ. Δελληβοριά και Σ. Χατζηιωαννίδου, 8η έκδ. , εκδ. Πατάκη, Αθήνα 2012,  σελ. 289.)
**** Όταν ένα ρεαλιστικό μυθιστόρημα, όπως αυτά της Jane Austen, της Edith Wharton και του John P. Marquand, εστιάζει στα ήθη και στα έθιμα, στις συζητήσεις και στον τρόπο σκέψης και στις αξίες μιας κοινωνικής τάξης, τότε συχνά ονομάζεται μυθιστόρημα ηθών ( novel of manners). (( ΑΒRΑΜS Μ.Η., Λεξικό Λογοτεχνικών όρων, μτφρ. Γ. Δελληβοριά και Σ. Χατζηιωαννίδου, 8η έκδ. , εκδ. Πατάκη, Αθήνα 2012,  σελ. 289)
***** Οι Ολλανδοί προσπάθησαν να φτάσουν στον πάτο των μυστηρίων του κόσμου με την ακριβή παρατήρηση όλων των πραγμάτων, αποτυπώνοντας την παραμικρή λεπτομέρεια. Άντλησαν τη γνώση τους για τη συνοχή των πραγμάτων από την άμεση παρατήρηση. Ζωγράφιζαν αυτό ακριβώς που έβλεπαν και ως εκ τούτου ήρθαν πολύ κοντά στην επίδραση της κεντρικής προοπτικής. Η προσέγγιση αυτή, η προσκολλημένη στην παρατήρηση και την εμπειρία, έκανε τους καλλιτέχνες να παρατηρήσουν ότι το περίγραμμα των αντικειμένων διαφέρει ανάλογα με την απόσταση, ενώ η ένταση των χρωμάτων θαμπώνει υιοθετώντας μια γαλαζωπή χροιά.
**** Ευρυδίκη Λειβαδά, ιστορικός, συγγραφέας (Εφημερίδα των Κεφαλλήνων)

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου